Τι σφραγίζει τούτο το βαρύθυμο φθινόπωρο; Τα μελανά σύννεφα του πολέμου, λέω πρώτα. Μας κυκλώνουν απ’ όλες τις μεριές. Κι αν κοιτάξω εντός μας, προς το εσωτερικό: γεροντίλα, στάσιμα ύδατα, κούραση και δυσφορία. Κι όσο σωρεύονται τα βαριά μελανά σύννεφα, η έσω στασιμότης φλυαρεί για να αποφύγει ακόμη και την απλή αναφορά σε αυτά.
Ημίφως
Ο φίλος Χρίστος μού έδειξε μια ωραία ορθομαρμάρωση στο καινούργιο μπάνιο του. Ωραία, Χριστάκη μου, σαν ταφικό μνημείο περίκομψο… Ε, πάντα τα μνημεία μας φτιάχνουμε, αποκρίθηκε, σαν έτοιμος. Το είχε σκεφτεί. Το είχαμε σκεφτεί.
Είπαμε κι άλλα τέτοια μισοσκόταδα, ημίφωτα, εκείνο το βράδυ, κι όλα σουρώνανε ευφρόσυνα εντέλει, μας μαλάκωσαν, καθώς τα αμφίσημα λόγια μας ανακατεύονταν με εικόνες, ζωγραφιές και φτερωτά μάνγκα. Ηταν υγρή η νύχτα και παραμυθένια τα φώτα μακριά στον θαλασσινό ορίζοντα.
Νέοι
Το πρωί περπατούσα στην άθλια Αθήνα, σλάλομ ανάμεσα σε χαίνοντες κάδους, κατουρημένες αμμωνιακές γωνιές, σπασμένα ρείθρα, κλεισμένα πεζοδρόμια, έβλεπα πάλι νέα παιδιά με σκύλους, χωρίς καμία έκπληξη πια, παρατηρούσα αγέρωχους νέους με σορτς και iPhone 16 να ξεπροβάλλουν από την πολυκατοικία προς την αστική ζούγκλα, κουλ, αδιάβροχοι απ’ την ασχήμια, κωμικά σοβαροί, αυτοί πάντα κλονίζουν προς στιγμήν το δύσθυμο βλέμμα μου – άραγε μόνο εγώ τα βλέπω έτσι;
Αυτός ο νέος με το σιδερωμένο τι-σερτ, το φρεσκολουσμένο μαλλί και το iPhone 16 πιστεύει ακράδαντα στην ατομική επιτυχία, στην ατομική ευθύνη, στην εν κενώ αυτοπραγμάτωση; Το καθαρό του πρόσωπο, η αταραξία του, σάρωναν όλες μου τις αβεβαιότητες. Ηταν μεγαλύτερο το αίνιγμα κι από τους μοντέρνους νέους που βλέπω να βγάζουν πειθαρχημένα, υπομονετικά, βόλτα τα σκυλάκια τους, με ωραία λουριά ομφάλια συνδέουν βίους και διασκεδάζουν μοναξιές.
Στα πρόσωπα των νέων αυτών βλέπω όψεις της κοινωνικής αναπαραγωγής.
ΕΟΠΥΥ
[ Αλλες όψεις: Οι υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ είναι μόνο για όσους πληρώνουν ένσημα – είπε ο μπουφόνος υπουργός και συνόψισε τους όρους αναπαραγωγής στην πιο κακομοίρα απόφυση της ηπείρου. Αλλος ανάλογος είπε πως το νερό πρέπει να βγάζει το κέρδος του. Ολοι οι ανάλογοι κάτι ανάλογα λένε. Ο μαφιοκαπιταλισμός και η θανατοπολιτική είναι η καθολική μας καθημερινότητα. ]
Κατασκευή νοσταλγίας
Αργά το βράδυ, νέα παιδιά τραγουδούν λιγωμένα τραγούδια του ’60 της ανοικοδόμησης, του ’70 της χούντας. Ενας αόριστος λυρισμός – τον ψαύω. Υλικά από παλιές πολυκατοικίες που τώρα είναι ομογενοποιημένα Ερμπιενμπι, ήταν πλακάκια βεραμάν, μωσαϊκά, μαρμάρινοι νεροχύτες, δανέζικα σαλόνια. Κατασκευάζουν νοσταλγία, συνθετικούς χώρους μνήμης, για να φύγουν από το παρόν; Αγλαΐζουν το παρελθόν, για να αντέξουν το παρόν;
Σε αυτά τα τραγουδίσματα ακούω σκεδασμούς: το φαντασιακό τρυπώνει στα καταφύγια του παλιού για να μην εκτεθεί στα ανοιχτά πεδία βολής του τώρα· παραθλασμένη και ρευστή, θολή αναδύεται μια νέα γενική διάνοια, μια ευαισθησία διαρκώς απειλούμενη να καταπλακωθεί από τους όγκους της ποπ τεχνολογίας.
Δεν μου αρέσουν αυτά τα τραγούδια, σχεδόν με απωθούν, αλλά αγαπώ τα παιδιά που τα τραγουδούν, σαν λαχταρισμένες τρυγόνες.
Η σαλή
Στο παγκάκι του καφενείου, μια στενή λωρίδα στο στενό πεζοδρόμιο, μια καλοντυμένη τρελή (πώς αλλιώς να την πω;) κάθισε δίπλα μου, μονολογούσε φωναχτά, οδός Μοναστηρίου, Θεσσαλονίκη, έλα μωρή εφορία πάρ’ τα, έλα ρε Μητσοτάκη πάρ’ τα όλα, να παπούτσι ρε, Κηφισιά, μπουτίκ, πάρε το σκύλο μωρή, άιντε τράβα, τι κοιτάς μωρή χωρίς βυζί, οδηγάς και τζιπ καριόλα, τι κοιτάς μωρή άβυζη; Ο ασυνάρτητος μονόλογος της διαταραγμένης, όπως κάθε τέτοιος λόγος, ταράζει, ακούγεται σαν προφητεία, σαν αχός πλησιαζόντων. Αντε τράβα κι εσύ μαλάκα, με έσπρωξε η φωνή της για πιο κάτω. Εσπευσα μακριά, σαν ντροπιασμένος, σπρωγμένος απ’ τις φωνές και τις δυσοίωνες προφητείες.
Πάλι σπασμένα ρείθρα, βρώμα, κλεισμένα πεζοδρόμια, ελιγμοί ανάμεσα σε κακομοίρικα τραπεζοκαθίσματα.
Ετσι μας βρίσκει η χρονιά.
