Αποκαλύφθηκαν οι μεθοδεύσεις του πρύτανη του ΕΜΠ προκειμένου να αρθεί η –εδώ και δεκαετίες– απαγόρευση διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα του ιδρύματος. Η δήθεν «νομική γνωμάτευση» με την οποία επιχείρησε να πείσει τη Σύγκλητο ότι είναι άκυρη η απαγόρευση που προβλέπεται από τον Εσωτερικό Κανονισμό του ιδρύματος δεν είναι παρά ένα «απαντητικό σημείωμα» του υπουργείου Παιδείας σε ερώτημα που έθεσε ο ίδιος. Βαφτίστηκε γνωμάτευση, πήρε θεσμικές διαστάσεις που δεν είχε και προωθήθηκε ως ανυπέρβλητο θέσφατο το οποίο, ω της συμπτώσεως, είναι ταυτόσημο με την άποψη του πρύτανη. Η κοινότητα του ΕΜΠ –διδάσκοντες και φοιτητές– παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις και αναμένει από τη διοίκηση να ξεκαθαριστεί το ακόμη θολό τοπίο σ’ ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα όπως η ιδιωτικοποίηση των (εναπομεινάντων) δημόσιων μεταπτυχιακών.
Αποκαλύψεις
Μετά τον θόρυβο που ξέσπασε από το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της «Εφ.Συν.» για την απόπειρα του πρύτανη να αμφισβητήσει την απόφαση του ΕΜΠ να παρέχει δωρεάν μεταπτυχιακά (εδώ και 20 χρόνια), η υπόθεση έχει οδηγήσει σε αμφίσημα φαινόμενα. Από τη μια, έντονες αντιδράσεις από φοιτητές έως και υποψήφιους διδάκτορες και από την άλλη, ένα μούδιασμα των διδασκόντων σχετικά με την ερμηνεία των προθέσεων του πρύτανη και των περιθωρίων του νόμου για την αλλαγή λειτουργίας του ιδρύματος καθώς και του δικού τους ρόλου. Σ’ ένα περιβάλλον πιεστικό κυρίως εξαιτίας της δύσκολης διαχείρισης της συνεχώς μειούμενης δημόσιας χρηματοδότησης. Πολλοί είναι όμως κι εκείνοι που προβληματίζονται από την τακτική που επιλέχθηκε ώστε να ερμηνευθεί κατά το δοκούν το υπάρχον νομικό πλαίσιο. Και αυτό αποτελεί τον πυρήνα των εξελίξεων στο ΕΜΠ αυτόν τον καιρό.
Το «απαντητικό σημείωμα» του υπουργείου, το οποίο υπογράφεται από τον γενικό γραμματέα Ανώτατης Εκπαίδευσης, Νίκο Παπαϊωάννου (πρώην πρύτανη ΑΠΘ, που άφησε Ιστορία για την επιβολή, ανεξαιρέτως και αδιακρίτως, του δόγματος «νόμος και τάξη» διά της καταστολής των ΜΑΤ), δεν περιορίζεται στα οριζόμενα εκ του νόμου. Προχωρά σε ερμηνεία των διατάξεων σαν να ήταν παράρτημα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή τμήμα του ΣτΕ και καταλήγει σε συμπέρασμα-υπόδειξη για τη σωστή εφαρμογή αυτών. Οχι ότι το υπουργείο δεν μπορεί να ερμηνεύει αυτά που νομοθετεί. Ομως, δεν κλήθηκε να κάνει αυτό, ενώ δεν έχει ούτε καν την απαιτούμενη μορφή, όπως π.χ. μιας εφαρμοστικής πράξης (βλ. εγκύκλιο). Πώς, λοιπόν, ένα «απαντητικό σημείωμα» μπορεί να επιβληθεί ως κανόνας;
