Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 17 Νοεμβρίου 1974, ακριβώς πριν από 50 χρόνια, η λαϊκή ετυμηγορία στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές αποτέλεσε μια πρωτοφανή νίκη της Δεξιάς. Το 54,4% συνιστούσε το μεγαλύτερο εκλογικό ποσοστό στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία – «ρεβάνς» για την εκλογική νίκη της Ενωσης Κέντρου στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964, μόλις δέκα χρόνια πριν (52,7%).

Μαζί με το ποσοστό της Ε.Κ.-Ν.Δ. (Ενωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις) του Γ. Μαύρου, τα δύο κόμματα που διαχειρίστηκαν τη μετάβαση έφτασαν σχεδόν το 75% του εκλογικού σώματος. Βέβαια, αυτό το γενικευμένο εκλογικό ρεύμα προς τη Ν.Δ., που θύμισε την άνοδο του Ντε Γκολ στη Γαλλία το 1958, αποδείχτηκε συγκυριακό. Γι’ αυτό άλλωστε μόλις τρία χρόνια αργότερα (1977) το ποσοστό της θα πέσει κατά 12%. Κατέδειξε όμως τη μεγάλη ήττα των αντιδικτατορικών αντιστασιακών οργανώσεων, που δεν κατάφεραν να σφραγίσουν τις εξελίξεις εκείνων των ημερών με την παρουσία τους.

Νέες πολιτικές δυνάμεις

Τον Ιούλιο του 1974, όταν πραγματοποιείται η παράδοση/μεταβίβαση της εξουσίας στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, δεν υφίστανται πολιτικά κόμματα. Οι νέοι κομματικοί σχηματισμοί θα εκκολαφθούν στη σύντομη και πολιτικά ρευστή περίοδο των πρώτων μηνών της μεταπολίτευσης, μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1974, και θα διαμορφωθούν στην πορεία προς την εκλογική διαδικασία του Νοεμβρίου.

Μόλις στις 23 Σεπτεμβρίου, δηλαδή δύο ολόκληρους μήνες μετά τη «στιγμή» της μεταπολίτευσης, επιτρέπεται η λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, με το Π.Δ. 59/1974, καταργείται ο Ν 509 και νομιμοποιούνται τα δύο (πλέον) κομμουνιστικά κόμματα της χώρας, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσ., ενώ το νόμιμο κόμμα της προδικτατορικής Αριστεράς, η ΕΔΑ, είχε ανασυγκροτηθεί τον Αύγουστο.

Στη συγκρότηση των νέων πολιτικών σχηματισμών θα προηγηθεί ο Α. Παπανδρέου, που στις 3 Σεπτεμβρίου θα ιδρύσει το ΠΑΣΟΚ, με την περίφημη διακήρυξη, και στις 15 θα καλέσει τους οπαδούς του κινήματος σε «αυτοοργάνωση». Η Ενωση Κέντρου, ύστερα από τον θάνατο του Γεωργίου Παπανδρέου το 1968, παρέμενε κατακερματισμένη και αποδυναμωμένη.

Η απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου να απομακρυνθεί από αυτήν έδρασε καταλυτικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 100 βουλευτές της προδικτατορικής Ε.Κ. που συμμετείχαν στη σύσκεψη υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, μόνο δύο τον ακολούθησαν στο ΠΑΣΟΚ (Γιάννης Αλευράς, Γιάννης Κουτσοχέρας). Μετά την εγκατάλειψή της από τον Α. Παπανδρέου, ανασυγκροτήθηκε βεβιασμένα, με αρχηγό της πλέον τον Γεώργιο Μαύρο (από τις 20 Σεπτεμβρίου). Σε αυτόν τον κομματικό σχηματισμό θα ενταχθεί και μια νέα πολιτική κίνηση στελεχών, που συγκροτήθηκε λίγες ημέρες μετά (26 Σεπτεμβρίου 1974), το «Κίνημα Νέων Πολιτικών Δυνάμεων», με σημαντικότερους τους Γ. Πεσμαζόγλου, Γ. Α. Μαγκάκη, Αν. Πεπονή, Δ. Τσάτσο, X. Πρωτόπαπα, και Γ. Μυλωνά. Στις 8 Οκτωβρίου το σχήμα ονομάστηκε «Ενωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις».

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα εγκαταλείψει την ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση), το κόμμα που είχε ιδρύσει προδικτατορικά, τον Ιανουάριο του 1956, και θα ανακοινώσει την ίδρυση ενός νέου, με το όνομα «Νέα Δημοκρατία». Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό θα συμβεί, χωρίς καν ο Καραμανλής να ενημερώσει τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο οποίος παρέμενε ο νόμιμος αρχηγός της ΕΡΕ από το 1963.

Ο Κανελλόπουλος πληροφορήθηκε τη διάλυση της ΕΡΕ και την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας από τις εφημερίδες.

Τέλος, στις 8 Οκτωβρίου, 40 ημέρες πριν από τις εκλογές, τα δύο κομμουνιστικά κόμματα που προέκυψαν μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, ΚΚΕ (Xαρ. Φλωράκης) και ΚΚΕ Εσωτερικού (X. Δρακόπουλος – Α. Κύρκος), θα συγκροτήσουν ευκαιριακά, μαζί με τα υπολείμματα της προδικτατορικής ΕΔΑ, την «Ενωμένη Αριστερά», με πρόεδρο τον αρχηγό της ΕΔΑ Ηλ. Ηλιού.

Εκλογές – παραλλαγή της ενισχυμένης αναλογικής του 1958

Η πολιτική κυβέρνηση που συγκροτήθηκε τον Ιούλιο του 1974, αποκλήθηκε «Εθνικής Ενότητος», αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν. Στην καλύτερη περίπτωση επρόκειτο για μια «σχετικά οικουμενική κυβέρνηση», κατά τη με τριοπαθή έκφραση του Ηλ. Νικολακόπουλου, που είχε ως κορμό παλιά στελέχη της ΕΡΕ και ορισμένα πολιτικά πρόσωπα προερχόμενα από την Ενωση Κέντρου, με επικεφαλής τον Γεώργιο Μαύρο. Δεν συμμετείχαν σε αυτήν ούτε η προδικτατορική ΕΔΑ, ούτε η διασπασμένη κομμουνιστική αριστερά (ΚΚΕ, ΚΚΕ Εσωτερικού), που παρέμενε εκτός νόμου, διότι δεν έχει ακόμη καταργηθεί ο Ν. 509, ούτε φυσικά ο αρχηγός του ΠΑΚ, Ανδρέας Παπανδρέου, που βρισκόταν ακόμη στο εξωτερικό, μέχρι τις 16 Αυγούστου.

Η ανάδειξη της νέας Βουλής και της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης συντελέστηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η συγκρότηση του συνταγματικού και θεσμικού πλαισίου, τις προδιαγραφές του οποίου αφέθηκε να διαχειριστεί «εν λευκώ» η κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητος». Με αυτόν τον τρόπο: α) η Βουλή του ’74, αν και κατάργησε τη μοναρχία, επιβλήθηκε ως Αναθεωρητική και όχι ως Συντακτική Εθνοσυνέλευση και β) εξασφαλίστηκε η αποκλειστική δικαιοδοσία της (δηλαδή της πλειοψηφίας της) στον χειρισμό του θεμελιακού ζητήματος που αφορούσε το νέο Σύνταγμα.

Μάλιστα, με Συντακτική Πράξη (4.10.74), η νέα Βουλή δεσμευόταν να ολοκληρώσει τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης εντός τρίμηνης προθεσμίας.

Εχοντας την πρωτοβουλία των κινήσεων, ο Καραμανλής θα χειριστεί αποκλειστικά προς όφελός του όλη την εκλογική διαδικασία, ενώ επιβάλλοντας την απόφασή του να προηγηθούν οι εκλογές από το δημοψήφισμα (8.12.1974), πέτυχε να αποφύγει τη διάσπαση των συντηρητικών δυνάμεων πριν από τις εκλογές. (Αυτή η διάσπαση καταγράφηκε ευδιάκριτα στο δημοψήφισμα.)

Στην προοπτική της επιδιωκόμενης επίσπευσης των πρώτων μεταδικτατορικών εκλογών, το ζήτημα του εκλογικού συστήματος υπήρξε καθοριστικό. Η νέα, ad hoc, παραλλαγή της ενισχυμένης αναλογικής του 1958, που εφαρμόστηκε το 1974, αποδείχτηκε ιδιαίτερα ευνοϊκή για το πρώτο σε ψήφους κόμμα. Η Νέα Δημοκρατία, ενώ απέσπασε το 54,3% των ψήφων, στη Βουλή κατέλαβε το 73% των εδρών (220). Ξεπέρασε έτσι κατά πολύ το όριο των 200 εδρών, που προέβλεπε το άρθρο 108 του Συντάγματος του 1952, το οποίο ο Καραμανλής είχε επαναφέρει· αριθμός απαραίτητος για να προχωρήσει η Ν.Δ. μόνη της στην ελεγχόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος.

Κάτι που αποσιωπήθηκε και δεν έγινε ευρύτερα γνωστό είναι το γεγονός ότι ο Καραμανλής είχε αρχικά τεθεί υπέρ της διεξαγωγής των εκλογών με το πλειοψηφικό σύστημα, επιδεικνύοντας -από την πλευρά των πολιτικών συμφερόντων του καθεστώτος- εντυπωσιακή πολιτική επιπολαιότητα. Η επιλογή του πλειοψηφικού θα έθετε εκτός Κοινοβουλίου την Αριστερά και θα πυροδοτούσε, πιθανότατα, ανεξέλεγκτη -για τις δυνάμεις του καθεστώτος- κοινωνική πόλωση (τις «εκδηλώσεις του πεζοδρομίου»). Η ιδέα αυτή εγκαταλείφθηκε ύστερα από τις πιέσεις του Γ. Μαύρου και μελών της κυβέρνησης, που προέρχονταν από την αντιδικτατορική αντίσταση. Παρά τον αντιδημοκρατικό του χαρακτήρα, η επιλογή του συστήματος ενισχυμένης αναλογικής του 1958 θα βρει σύμφωνο τελικά και το Κέντρο, καθότι ευνοούσε (ή δεν έθιγε) το δεύτερο μεγάλο κόμμα.

Ο περιορισμός της προεκλογικής περιόδου υπήρξε ασφυκτικός. Αυτή η εξέλιξη θα αιφνιδιάσει και θα προλάβει οποιαδήποτε δραστηριοποίηση των πολιτικών δυνάμεων. Παρά τις ισχυρές αντιδράσεις των κομμάτων και του φοιτητικού κινήματος που προκάλεσε η πρόωρη εξαγγελία τους, ο Καραμανλής θα αγνοήσει το αίτημα αναβολής των εκλογών. Ας σημειωθεί ότι ο Στρατιωτικός Νόμος, που είχε επιβληθεί ξανά από τον Γ. Παπαδόπουλο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου (17/11/1973), θα παραμένει σε ισχύ κατά τη διάρκεια δύο μηνών μετά την καθεστωτική αλλαγή, για να καταργηθεί μόλις στις 9 Οκτωβρίου. Παράλληλα, ο προεκλογικός αφοπλισμός των Ταγμάτων Εθνικής Ασφαλείας (ΤΕΑ), σύμφωνα με δήλωση του υπουργού Εθνικής Αμυνας, Ευάγγελου Αβέρωφ, δεν επρόκειτο να επεκταθεί και στις παραμεθόριες περιοχές της χώρας.

Τέλος, όταν ο Γ. Παπαδόπουλος εκδηλώσει την πρόθεσή του να πολιτευτεί και να εμπλακεί στις εκλογές, η κυβέρνηση με νεότερη Συντακτική Πράξη (3.10.1974) θα ανακαλέσει την αμνηστία που του έχει χορηγήσει ο Καραμανλής στις 26 Ιουλίου (Π.Δ. 519/1974). Ο Παπαδόπουλος θα συλληφθεί και θα εξοριστεί (με τους υπόλοιπους πρωταίτιους, πλην Ιωαννίδη) στην Τζιά (23.10.1974). Ετσι, θα εξουδετερωθεί ο κίνδυνος να συμμετάσχει στις εκλογές μια εκλογική «πτέρυγα» της χούντας, που θα στερούσε οπωσδήποτε ένα κρίσιμο ποσοστό από τη Ν.Δ. Το εγχείρημα θα υλοποιηθεί στις επόμενες βουλευτικές (1977), με τη συμμετοχή της Εθνικής Παράταξης, με σαφώς μειωμένη δυναμική πλέον. Οι εκλογές θα τοποθετηθούν συμβολικά στις 17 Νοεμβρίου, ημέρα της πρώτης επετείου του Πολυτεχνείου, για να εμποδίσουν την πορεία και τον γιορτασμό -η έκφραση της λαϊκής αγανάκτησης θα δημιουργούσε οπωσδήποτε διαφορετικό πολιτικό κλίμα-, αλλά και για να ευνουχιστεί και να συγκαλυφθεί το πραγματικό περιεχόμενο της εξέγερσης, να αποδοθεί σε αυτήν ένα άλλο νόημα, συγκεκριμένο και αυστηρά περιχαρακωμένο: η «αποκατάσταση» του αστικού αυταρχικού κοινοβουλευτισμού.

«Καραμανλής ή τανκς»

Για τον Καραμανλή η προεκλογική περίοδος του ’74 υπήρξε μια εύκολη υπόθεση. Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτέλεσε σαρωτική νίκη για τη Ν.Δ., χωρίς προηγούμενο στην ελληνική ιστορία μέχρι σήμερα (Πίνακας). Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις 53 από τις 56 εκλογικές περιφέρειες της χώρας (Χάρτης) και ξεπέρασε σχεδόν παντού το 50% των ψήφων, ενώ στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα, στην Ηπειρο κατέγραψε ποσοστό πάνω από 60%. Τη γενική τάση δεν ακολούθησαν η Κρήτη και ορισμένα νησιά (Δωδεκάνησα, Λέσβος, Κέρκυρα, Λευκάδα), ο Νομός Ροδόπης, λόγω της μαζικής υπερψήφισης της Ε.Κ.-Ν.Δ. από τη μουσουλμανική μειονότητα, και οι περιφερειακοί δήμοι της Αθήνας (Β’ Αθήνας) και του Πειραιά (Β’ Πειραιά).

Η Ε.Κ.-Ν.Δ. θα συγκεντρώσει 20,4% (60 έδρες) καταλαμβάνοντας τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ωστόσο, η Ε.Κ.-Ν.Δ. δεν θα μακροημερεύσει. Το πείραμα της Ε.Κ.-Ν.Δ. να μετασχηματιστεί σε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα θα αποτύχει και η ίδια θα οδηγηθεί σταδιακά στη διάλυση. Η ηγεσία της Ε.Κ.-Ν.Δ. εκτίμησε ότι μπορούσε να αναλάβει (αλλά και να επαναλάβει) τον ρόλο της προδικτατορικής Ε.Κ., δηλαδή τη στρατηγική εναλλακτική αστική λύση απέναντι στη Ν.Δ., όπως ακριβώς η Ε.Κ. απέναντι στην ΕΡΕ. Δεν κατανόησε ότι η κρίση εκπροσώπησης των σχέσεων της παλιάς Ε.Κ. δημιούργησε πολιτικό κενό στα αριστερά της· κενό που θα διευρυνθεί περισσότερο με τη δικτατορία και το οποίο δημιουργούσε τους όρους για την ανάπτυξη νέων πολιτικών σχημάτων.

Η μεταπολιτευτική πολιτική σκηνή θα χαρακτηριστεί και από την είσοδο και τη θεαματική συγκρότηση ενός νέου πολιτικού οργανισμού, του ΠΑΣΟΚ.

Ωστόσο, το ποσοστό που θα λάβει στην πρώτη του εμφάνιση, 13,58% και 12 βουλευτές, δεν ήταν το αναμενόμενο και θα απογοητεύσει, κατά τις διαθέσιμες μαρτυρίες, τον ιδρυτή του. Η εδραίωση του ΠΑΣΟΚ θα επισυμβεί στην επόμενη περίοδο (1974-1977).

Η Αριστερά, αν και «ενωμένη» στο θνησιγενές σχήμα της Ενωμένης Αριστεράς, θα περιοριστεί μόλις στο 9,47% των ψήφων, εκλέγοντας μόνον 8 βουλευτές. Ωστόσο, το εκλογικό αποτέλεσμα απέδειξε ότι στην απαρχή της νέας περιόδου το ζήτημα της κυριαρχίας στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος παρέμενε ανοιχτό. Με βάση τους σταυρούς προτίμησης των υποψηφίων, ο Ηλ. Νικολακόπουλος έχει εκτιμήσει ότι από το 9,47% που συγκέντρωσε η Ε.Α., το 5,2% εκδήλωσε την προτίμησή του για το ΚΚΕ, το 3,3% για τον συνασπισμό ΕΔΑ-ΚΚΕεσ, ενώ το υπόλοιπο 1% δεν εκδήλωσε σαφή προτίμηση. Ενώ το ΚΚΕ, διαφυλάττοντας τον «ορθόδοξο» χαρακτήρα του, κέρδιζε τις πρώτες εντυπώσεις στην ενδοκομμουνιστική διαμάχη, αντίθετα, στην ίδια περίοδο το ΚΚΕεσ αποτύπωνε τα πρώτα χαρακτηριστικά δείγματα μιας συντηρητικότερης μετατόπισης, αποβλέποντας στο «εθνικό ακροατήριο»· τάση που κατέληξε στην απροκάλυπτη υποστήριξη του Καραμανλή με την περίφημη μπροσούρα «Οι Στόχοι του Εθνους» (3.9.1974).

Οι εκλογές επικύρωσαν την πολιτική κυριαρχία του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη διαδικασία της μετάβασης από τη δικτατορία στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε την εκλογική διαδικασία, καθώς και το δίλημμα που κατάφερε να επιβάλει πολιτικά («Καραμανλής ή τανκς»), του επέτρεψαν όχι απλώς την άνετη εκλογική νίκη, αλλά κυρίως μετά τη δυνατότητα να διαχειριστεί ανενόχλητος από πολιτικές πιέσεις την (ανα)συγκρότηση του μεταπολιτευτικού κράτους. Δηλαδή: α) Να διασφαλίσει την «πειθάρχηση» του Στρατού στην πολιτική εξουσία (όχι τον εκδημοκρατισμό του). β) Να συγκρατήσει το εύρος της δημοκρατικής τομής που προέκυψε, δηλαδή να περιορίσει την «αποχουντοποίηση» στα σώματα ασφαλείας, στη δημόσια διοίκηση και τη Δικαιοσύνη. γ) Να επιβάλει, τέλος, τη διαμόρφωση του συνταγματικού και νομικού πλαισίου της μεταδικτατορικής εποχής στη βάση ενός αυταρχικού εκσυγχρονισμού.

* Ο Γιάννης Μαυρής είναι πολιτικός επιστήμονας, PhD, πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ερευνών Public Issue
www.mavris.gr, www.publicissue.gr