Ο κόσμος εισήλθε εδώ και αρκετό καιρό σε μια ιδιόρρυθμη χωροχρονική σφαίρα «μόνιμης δημιουργικής καταστροφής». Σταδιακά κάθε φαινόμενο εγκαθίσταται στο συλλογικό ασυνείδητο ως μόνιμο, ως κανονικό. Η εξαίρεση γίνεται κανόνας και πλέον φαίνεται ότι δεν μένει παρά να μην ξεχνάμε την Ιστορία.
Δηλαδή, να μην αγνοούμε ότι ο υπερδικτυωμένος σήμερα πλανήτης πέρασε μέσα από παγκοσμιοποιημένα γεγονότα σε εποχές παντελούς έλλειψης της αμεσότητας στην επικοινωνιακή τους εξάπλωση.
Δεν μένει λοιπόν παρά να θυμηθούμε ότι γεωπολιτικές, οικονομικές και ιμπεριαλιστικές συνθήκες αποτέλεσαν π.χ. ένα μόνιμο σκηνικό αστάθειας, ανάμεσα στο 1914 και το 1945, περίοδος που σημαδεύτηκε από δύο παγκόσμιους πολέμους και φυσικά τη μεγάλη ύφεση.
Σήμερα η ανθρωπότητα ήρθε ήδη αντιμέτωπη με νέες υπαρξιακές απειλές (πανδημία Covid, κλιματική αλλαγή, κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου). Και τα συγκεκριμένα γεγονότα έχουν μάλλον κοινή αφετηρία στην ιστορική καταγωγική τροχιά τους.
Αναφέρομαι στην υπόκωφη και αθέατη μόνιμη αναδιάρθρωση –μια διαρκής οιονεί πολυδιάστατη κρίση– του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο ανά περιόδους φτάνει στα εσωτερικά όριά του.
Καταφέρνει όμως σχεδόν πάντα να τα μετατοπίζει «ευφυώς» ωθώντας την κοινωνική πραγματικότητα και τη δυναμική αποσύνδεσης του μέλλοντος από το παρελθόν, σε μια διαρκή κατάσταση «ασταθούς ισορροπίας» και σχεδόν μόνιμης «ημι-κατάρρευσης» που δεν τρομάζει τις κοινωνίες αλλά πάντα φροντίζει ώστε να στέλνει σήματα και να εγκαθιστά οιωνούς στο πραγματικό.
Μια πλευρά αυτής της παράδοξης διαρκούς συνθήκης ταραχώδους ηρεμίας, ένα σύμπτωμα που εσκεμμένα αγνοείται από τα συστημικά μέσα όποτε συζητείται θέμα σχετικά με τη δυναμική πορεία προς την καταστροφή, είναι η υποβάθμιση της δημιουργικής εργασίας των υποκειμένων (ταυτόχρονα με τη συστηματική υποβάθμιση του βίου των περισσοτέρων).
Μια αθέατη απαξίωση όμως της «άλλης ανταγωνιστικότητας» του ανθρώπινου κεφαλαίου (σημ.: αυτής που δεν αφορά ποσοτικές αλλά ποιοτικές μεταβλητές, που δεν αφορά ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα αλλά ευημερία, ευτυχία και πρόοδο) συντελείται με μεθοδικότητα και σχεδόν σχεδιασμένη ακρίβεια μέσα σε μια οικονομία στασιμοπληθωρισμού που ζει ακόμα τα απόνερα της τελευταίας διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης (2008) και της πολυετούς διάρκειάς της, με πολλές και διάφορες εκδοχές στη Δύση.
Την ίδια ώρα συντηρείται ένα γνώριμο γεωπολιτικό σκηνικό όπου οι εντεινόμενοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί μετακινούν (εκτός από συναισθήματα και προσδοκίες συμφερόντων και λαών) ολοένα και περισσότερα φρεσκοτυπωμένα υπερμοχλευμένα πληθωριστικά κεφάλαια. Τα οποία κεφάλαια φυσικά «αυγατίζονται» μέσα από τη διαπλοκή και τη συσχέτιση πολεμικής μηχανής και νομισματικών/ενεργειακών ανταγωνισμών, ενώ τελικά γεννούν στο σύστημα δομές και συνθήκες για νέα περιθώρια κερδοφορίας σε νέες χωροχρονικές επικράτειες.
Σε όλο αυτό το συστημικό περιγραφικό φόντο η πολιτική διαχείριση, για το βέλτιστο σημείο μακροοικονομικής ισορροπίας, αποτυγχάνει. Και όσο η κοινωνική εξέγερση δεν συντονίζεται, παρά την έξαρση του ακτιβιστικού δικαιωματισμού διεθνώς, τόσο η μυωπική μονεταριστική ταξική πολιτική ενίσχυσης τελικά των ανισοτήτων θα σπρώχνει ψηλά στις προτιμήσεις των μαζών τις ακροδεξιές φωνές, τη νοσταλγία για εθνικό προστατευτισμό και τις τάσεις απόσχισης από υπερεθνικές συμμαχίες.
Τα πολλαπλά αυτά τεκτονικά ρήγματα στο σύστημα δεν μοιάζει όμως σε καμία περίπτωση να προκαλούν έστω και μια σχετική μετακίνηση των εύθραυστων ισορροπιών, έστω και μια υποψία συντονισμένης μετατόπισης των ηγεμονικών πόλων ή τον οριακό έστω αποσυντονισμό σύγκλισης των εσωτερικών ορίων στο κυρίαρχο δυτικό καπιταλιστικό στερέωμα.
Και αυτό γιατί κανένα κοινωνικοπολιτικό πρόταγμα δεν έρχεται ούτε από ψηλά ούτε από κάτω, αλλά και χωρίς δυναμική εγκάρσιας τομής τους συστήματος. Είναι εμφανές ότι λείπει ο κρίκος που θα συνδέσει τη ριζοσπαστική θεωρία των κρίσεων υπερσυσσώρευσης με την όποια ανατρεπτική πρακτική.
Ο μαρξιστής Alex Callinicos μιλάει για έναν παράδοξο εγκλεισμό των μαζών σε έναν «προθάλαμο στο Παρόν». Περιγράφει στην ουσία ότι δεν μπορεί το σύστημα (και δεν θέλει προφανώς) να τραβήξει το χειρόφρενο της έκτακτης ανάγκης.
Θα πορευόμαστε λοιπόν ως ένα σχετικά δομημένο πλαίσιο κοινωνικο-οικονομικής και γεωπολιτικής ανισορροπίας, συνέχεια με ταχύτητες ανταγωνισμού και ηγεμονίας διαφορετικών (αλλά μάλλον παρόμοιων τελικά πόλων ισχύος) ώστε να καταφέρνουμε συνεχώς τη μεγάλη προσποίηση: να αυταπατώμεθα ότι δήθεν ισορροπούμε.
Η (φαινομενική) τάξη στο χάος θα συνεχίσει να βολεύει την αταξία της συλλογικής μνήμης, την αδράνεια της λήθης και της βούλησης για δράση, και αυτό το υλικό μίξης θα επιμένει να θρέφει το κοινωνικό φαντασιακό μέσα από την εκστατική υπερεπικοινωνία σημείων και θεαμάτων στις οθόνες των smartphones.
Γι’ αυτό και η επιτάχυνση της παθητικότητάς μας δεν φαίνεται. Το σύστημα μας κάνει να μην κινούμαστε επειδή δεν προλαβαίνουμε να σκεφτούμε το ότι «δεν σκεφτόμαστε» πλέον…
