Συνήθιζαν να περνούν τα καλοκαίρια τους στη Σητεία. Το σπίτι ήταν ευρύχωρο και τα παιδιά περίμεναν πώς και πώς να το επισκεφθούν. Κλεισμένα στην Αθήνα την υπόλοιπη χρονιά, είχαν συνδυάσει το νησί με το απέραντο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας. Διήνυαν καθημερινά μεγάλες αποστάσεις με το αυτοκίνητο αλλά κανείς δεν γκρίνιαζε. Τους έφτανε που όλο και πλησίαζαν στα κρυστάλλινα νερά του Λιβυκού πελάγους.
Ο οδηγός είχε πρωτοδιοριστεί στο νησί και ήξερε τις ομορφιές του. Τους έδειχνε τους ελαιώνες και εξηγούσε πώς παράγεται το λάδι που θα πάρουν μαζί τους και φέτος. Περιέγραφε εικόνες παλαιότερης εποχής, όταν τα ψαροκάικα κυριαρχούσαν στο λιμάνι, και τους έδινε να δοκιμάσουν ντόπια προϊόντα. Στην επιστροφή τούς κερνούσε λουκουμάδες, να ξεγελάσουν την αρμύρα στα χείλη.
Συχνά ο νους του ταξίδευε ή παρασυρόταν στους στίχους κάποιου τραγουδιού. Δεν ήταν όλα ρόδινα στη ζωή του αλλά, όσο και να αναρωτιόταν, δεν έβρισκε καλύτερες εναλλακτικές για τις επιλογές που είχε κάνει. Τον ανακούφιζε η σκέψη ότι οι αποφάσεις του είχαν κριτήριο να είναι καλά τα παιδιά. Αφού είχε καταφέρει αυτό, τα υπόλοιπα είχαν δευτερεύουσα σημασία.
Οσο το κορμί βυθιζόταν στη θερινή ραστώνη, επέτρεπε στον εαυτό του να πλάθει εικόνες για το πώς θα ήταν οι μέρες του καλοκαιριού αν είχε δώσει άλλες απαντήσεις στα διλήμματα που του έβαλε η ζωή. Εβλεπες τότε να γλυκαίνουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, ακόμα και να χαμογελάει αμυδρά. Τον επανέφεραν στην πραγματικότητα οι φωνές των παιδιών για παγωτό έξω από το ζαχαροπλαστείο στον Μακρύ Γιαλό. «Και μία μπάλα παγωτό λεμόνι», πρόσθετε στην παραγγελία, αρνούμενος να δραπετεύσει ολοκληρωτικά απ’ όσα είχε ονειρευτεί.
