Η φράση «εκρηκτικό τοπίο» αδυνατεί να περιγράψει πλέον τις εξελίξεις στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, εκεί όπου το καπάκι των εσωκομματικών συγκρούσεων άνοιξε για τα καλά. Σε μια συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας με μοναδικό θέμα την κατάσταση στα κομματικά μέσα ενημέρωσης το συγκεκριμένο θέμα ήταν το μόνο στο οποίο σημειώθηκαν θετικές εξελίξεις. Αντιθέτως, ο Παύλος Πολάκης αμφισβήτησε ευθέως τον Στέφανο Κασσελάκη, αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για δική του υποψηφιότητα.
Η λεγόμενη εσωκομματική αντιπολίτευση αποχώρησε από τη συνεδρίαση, δίνοντας έτσι τη δική της απάντηση στο δίλημμα Κασσελάκης ή Πολάκης όπως εξηγούσαν αργότερα στελέχη της. Ενώ το βράδυ ο πρόεδρος του κόμματος τοποθετήθηκε απέναντι σε όλα αυτά: παρότι δηλώνει έτοιμος σε μια νέα αρχηγική αναμέτρηση, δεν σηκώνει το γάντι που του έριξε ο βουλευτής Χανίων και επιλέγει για αντίπαλό του τους «87».
Η παρέμβαση Πολάκη

Η φράση του Παύλου Πολάκη σε διαδικτυακό υποστηρικτή του «Ολα στην ώρα τους», όταν εκείνος του είχε ζητήσει να κατέβει υποψήφιος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, μάλλον δεν είχε κερδίσει τη δέουσα σημασία από τον Στέφανο Κασσελάκη αλλά και εν γένει από τις «φυλές» του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η αποπομπή του Π. Πολάκη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ σε χρόνο dt και χωρίς πολλές εξηγήσεις ήταν φαίνεται το κρίσιμο σημείο στο οποίο έχασε την εμπιστοσύνη του προς τον συντοπίτη πρόεδρο του κόμματος.
Οταν ήρθε έτσι η ώρα της τοποθέτησής του στην Πολιτική Γραμματεία χθες, ο βουλευτής Χανίων σημείωσε μεταξύ άλλων (στην ιστοσελίδα parapolitika.gr. δημοσιεύτηκε ηχητικό από τη συγκεκριμένη παρέμβαση): Για την κατάσταση στο ΣΥΡΙΖΑ, «δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε σοβαρή διεκδίκηση μεγάλης κυβερνητικής αλλαγής. Δυστυχώς παράγουμε πολύ περισσότερη παραπολιτική ύλη από πολιτική γραμμή». Κατά την άποψή του, «πρέπει να περάσουμε από την ηθικολογία της συμπεριφοράς και τη θεωρητικολογία της απογειωμένης ιδεολογικοποίησης επί παντός του επιστητού και επί οποιουδήποτε δικαιώματος, πρέπει να περάσουμε σε μια σαφή, ξεκάθαρη και συγκεκριμένη πολιτική γραμμή για να ρίξουμε την κυβέρνηση Μητσοτάκη με ένα πρόγραμμα λαϊκά κατανοητό, κοινωνικά αναγκαίο, σε σύγκρουση με τη διαπλοκή, που να φέρνει ελπίδα στη νέα γενιά».
Και στο «δια ταύτα»: «Δυστυχώς, η σημερινή μας ηγεσία, από ό,τι βλέπω, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να το εξασφαλίσει. Γι’ αυτό και χρειάζονται μεγάλες αλλαγές και σύντομα, και όσο τουλάχιστον με αφορά, θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ γι’ αυτό».
Για τη διένεξή του με τη συνάδελφό του στη Βουλή, Αθηνά Λινού, παρατήρησε ότι αν για οποιοδήποτε βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας υπήρχαν αντίστοιχες αποκαλύψεις, όπως είπε, «θα βγαίναμε όλοι εν χορδαίς και οργάνοις να ζητάμε τη διαγραφή του και από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ν.Δ. και από μέλος του κόμματος της Ν.Δ.». Στη συνέχεια απαντώντας στην Ολγα Γεροβασίλη, όπως διευκρίνισε, η οποία είχε καταγγείλει την ανθρωποφαγία μέσω των social media, υποστήριξε ότι χρησιμοποίησε τα εν λόγω μέσα ως άμυνα σε μια επιχείρηση δικής του δολοφονίας χαρακτήρα «μέσα από ένα ψεύτικο και υποκριτικό κλάμα της Λινού, που έγινε μία ώρα μετά την ομιλία μου. Σε συμπαιγνία ανέβηκε πάνω και ο Τασούλας για να με πει “χυδαίο ζήτουλα προσοχής” και ταυτόχρονα εγώ διαγραφόμουν από την Κ.Ο. χωρίς καν να με είχε πάρει κάποιος τηλέφωνο ή να με ρωτήσει ή να μου το ανακοινώσει». Τη τοποθέτηση, δε, της Ολγας Γεροβασίλη περί «μισής διαγραφής» τη χαρακτήρισε «δήλωση εσωστρέφειας, εμφυλίου και ανθρωποφαγίας».
Για τα ΜΜΕ του κόμματος ο Π. Πολάκης είπε πως είναι αναγκαία η εξυγίανσή τους, αφού δεν μπορεί να αναλώνονται τα ¾ της κρατικής επιχορήγησης σε αυτά. Ζήτησε όμως να αλλάξει το περιεχόμενό τους σε επίπεδο κομματικής γραμμής, ενώ κατέθεσε και την πρόταση για τηλεοπτικό πρόγραμμα το οποίο θα προβάλλεται από σειρά περιφερειακών σταθμών.
Στο άκουσμα της πλατφόρμας Πολάκη ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ σε πρώτο χρόνο φέρεται να είπε ότι δεν θα ταλαιπωρήσει το κόμμα. Επειδή μάλλον όμως η φράση αυτή επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, στη συνέχεια πρόσθεσε και την υπόσχεση ότι δεν θα τα βροντήξει ποτέ.
Η καταγγελία των «8»
Προϊούσης της συζήτησης τα οχτώ μέλη της αντιπολίτευσης, συγκεκριμένα οι Ολγα Γεροβασίλη, Αλέκος Φλαμπουράρης, Γιάννης Ραγκούσης, Κώστας Ζαχαριάδης, Κατερίνα Νοτοπούλου, Θανάσης Θεοχαρόπουλος, Ζωή Καρκούλια και Ελένη Συμεωνίδου, κατέθεσαν κείμενο με το οποίο κατέστησαν σαφές ότι δεν νομιμοποιούν διαδικασίες, συμπεριφορές και αποφάσεις που «ευτελίζουν και εμάς ως πρόσωπα και το κόμμα μας. Στο μοναδικό θέμα της ημερήσιας συζήτησης που αφορούσε τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., δεν δόθηκε καμία πρόταση του προέδρου και καμία πρόταση βιωσιμότητας, ενώ συνεχίζεται ακόμη και από τα μέλη της Π.Γ. η απόκρυψη στοιχείων γύρω από τα οικονομικά του κόμματος, παρά την αύξηση των εξόδων τον τελευταίο χρόνο. Παρά την προσωπική δέσμευση του Προέδρου να δοθούν στοιχεία για αριθμό εργαζομένων, αμοιβές και χρόνο πρόσληψης στο κόμμα, στα ΜΜΕ και στο ίδρυμα Πουλαντζάς, όχι μόνο δεν δόθηκε τίποτα, αλλά δεν υπήρξε σήμερα καμία ενημέρωση και κανένα στοιχείο στο υπεύθυνο τυπικά και ουσιαστικά όργανο του κόμματος. Τα στοιχεία αυτά όφειλε η ηγεσία του κόμματος να τα δώσει ακόμη και στα μέλη της Κ.Ε., σύμφωνα με το καταστατικό. Η άρνηση να δοθούν οικονομικά στοιχεία στην Π.Γ. σημαίνει πολλά για τους κανόνες που επιβάλλονται στο νέο ΣΥΡΙΖΑ, που μόνο την Αριστερά δεν εκφράζουν».
Για τα ΜΜΕ ειδικότερα σημείωσαν ότι μολονότι οι εργαζόμενοι «δεν έχουν πληρωθεί, ούτε τους μισθούς ούτε τα επιδόματά τους, η ηγεσία του κόμματος ζητά, χωρίς να έχει καταθέσει μια πρόταση, λευκή επιταγή. Δηλώσεις που δείχνουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη σχέδιο απεργοσπαστικού μηχανισμού είναι τουλάχιστον καταδικαστέες και ξένες προς το χώρο μας και η ηγεσία οφείλει να πάρει ξεκάθαρη θέση». Στο κείμενο των «8» ακολουθεί η κριτική για την έδρα στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας: κατήγγειλαν έτσι τη «λειτουργία φραξιονιστικής λειτουργίας, με πιέσεις σε πλήθος Νομαρχιακών Επιτροπών για πανομοιότυπες αποφάσεις υπέρ της παραίτησης των συμμετεχόντων στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας». Εν κατακλείδι τα 8 στελέχη αποχώρησαν από την ψηφοφορία. Απαντώντας κύκλοι του ΣΥΡΙΖΑ δήλωναν ότι πέρσι τέτοια εποχή στο κόμμα εργάζονταν 72 άτομα και φέτος 68, ακόμη ότι τα μόνα στοιχεία που δεν δόθηκαν ήταν προσωπικά δεδομένα.
Πυρά Κασσελάκη
Προσερχόμενος στην Κουμουνδούρου ο Στ. Κασσελάκης είχε ζητήσει από τα τηλεοπτικά συνεργεία να προβάλουν τις επεξεργασμένες προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την Πολιτική Προστασία. Στην πραγματικότητα έγινε μάντης κακών εκείνη τη στιγμή αφού οι προτάσεις ήταν «σαν να μη βγήκαν, σαν να μην ειπώθηκαν», όπως σημείωσε σε νυχτερινή ανάρτησή του, αφού τα μέσα ενημέρωσης δεν ασχολήθηκαν με το θέμα. Και δεν ασχολήθηκαν λόγω των εσωκομματικών συγκρούσεων ή, με τα λόγια του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, «κάποιοι φρόντισαν πάλι να δώσουν ανάσες στο καθεστώς Μητσοτάκη».
Διευκρίνισε, δε, πως δεν μιλάει για τον Παύλο Πολάκη, ο οποίος «μίλησε σε πολιτική βάση και για τον οποίο υπάρχει ανοιχτό το θέμα Λινού (που ήδη ερευνώ προσωπικά και θα αποφασίσω νηφάλια όταν θα έχω τα πλήρη στοιχεία)». Αλλωστε, συμπλήρωσε, «θα συναντηθώ με τον Παύλο, όπως και να εξελιχθούν τα πράγματα. Μιλάω για την ανακοίνωση-αποχώρηση των 8 της Πολιτικής Γραμματείας που αυτοτοποθετούνται στους 87. Μια ανακοίνωση και μια στάση λυπηρή και σίγουρα κατώτερη των περιστάσεων» κατά τον χαρακτηρισμό Κασσελάκη.
Και, εν συνεχεία, «αποχώρησαν και κατήγγειλαν. Αρα τι θέλουν; Να σκάσει η οικονομική βόμβα που παρέλαβα στα χέρια μου;» (σ.σ. για τα ΜΜΕ). Ενώ στο δεύτερο θέμα, αυτό της βουλευτικής έδρας, «οι 8 των 87 πήραν θέση κατά της εισόδου του προέδρου του κόμματος στη Βουλή, διότι όπως είπαν “το θέμα ανατροφοδοτεί την εσωστρέφεια!”». Τους παρέπεμψε ωστόσο στις δεκάδες Νομαρχιακές που «στέλνουν αιτήματα για την είσοδό μου στη Βουλή».
Σύμφωνα με την προσέγγισή του, «προσωπικό ενδιαφέρον δεν έχω για το θέμα. Διότι, ενώ αναγνωρίζω ότι σε κάθε κόμμα η είσοδος του προέδρου του στη Βουλή είναι κομβικής σημασίας, δε θέλω να θέσω το Εγώ μπροστά». Το πρόβλημα όμως, κατά τον Στ. Κασσελάκη, είναι αλλού: «Πώς μπορεί στελέχη ενός κόμματος να μη θέλουν -ή έστω να μην εύχονται σε μία ανακοίνωση- την είσοδο του Προέδρου τους στη Βουλή; Πώς μπορεί στελέχη ενός κόμματος να μη συνεισφέρουν για την πληρωμή των μισθών των εργαζομένων στο κόμμα, όταν γνωρίζουν την τραγική οικονομική κατάσταση του κόμματος; Πώς μπορεί -ακόμα- στελέχη να είναι εξαφανισμένα στην πύρινη καταστροφή και να ποστάρουν φωτογραφίες από τα χωριά τους, την ώρα που βρισκόμασταν επί πέντε μέρες στο πεδίο και από δομή σε δομή;» ήταν τα ερωτήματα που έθεσε.
Αυτά, κατά την άποψή του, «μπορούν να συμβούν μόνο σε δύο περιπτώσεις: Οταν κάποιοι δε νιώθουν το κόμμα, κόμμα τους. Οταν κάποιοι δε νιώθουν τον πρόεδρο, πρόεδρό τους. Δυστυχώς, αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Θα καλούσα τους 87, αντί να αποχωρούν από συνεδριάσεις εκδίδοντας κείμενα που μας διαιρούν, να κοιτάξουν μέσα τους και να αναλογισθούν πού ανήκουν συναισθηματικά, πολιτικά και ηθικά. Στον ΣΥΡΙΖΑ; Ή σε κάποιο κόμμα που ακόμα δεν έχει γίνει και περιμένουν το σήμα ώστε να αποχωρήσουν ομαδικά στο όνομα μίας διαπλεκόμενης νεφελώδους “Μεγάλης Κεντροαριστεράς”; Να το αποφασίσουν τώρα. Με αξιοπρέπεια».
Συμπερασματικά, «αν, πάλι, θέλουν έναν άλλο ΣΥΡΙΖΑ, με τις ισορροπίες και την ακινησία που είχαν συνηθίσει, ας επιλέξουν υποψήφιο και ας θέσουν θέμα ηγεσίας ευθέως και δημόσια. Τώρα. Είναι ό,τι πιο έντιμο μπορούν να κάνουν απέναντι στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ. Μην ταλαιπωρούμε άλλο τον κόσμο μας. Μην παίζουμε με την αγωνία του». Και κλείνοντας, αφού σημειώνει ότι «μπήκα μόνος στην πολιτική, δεν είμαι ομαδάρχης, δεν έχω φρουρά, ούτε τάση», διαμηνύει: «Οποιος θέλει να ξαναμετρηθούμε, είναι ευπρόσδεκτος».
Τέλος, η ηγεσία είχε συνάντηση με τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους της «Αυγής» και του «Κόκκινου», στην οποία η συζήτηση ήταν καλόπιστη όπως αναγνώρισαν και οι δύο πλευρές. Η κανονικοποίηση των πληρωμών, το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και η δανειοδότηση ήταν πλευρές της λύσης.
