Ποιος δεν θυμάται τη γλυκόπικρη χαρά των σχολικών μας χρόνων για την καινούργια κοινωνικοποίηση στις αρχές Σεπτέμβρη. Την αδιαμαρτύρητη καμπούρα των σχολικών μας χρόνων και το βεβιασμένο πάσχισμα ανάγνωσης των καινούργιων βιβλίων μαζί με τους μυστικούς όρκους φιλαναγνωσίας που παίρναμε από μέσα μας: «φέτος θα διαβάζω». Το ’λεγες και το πίστευες, θαρρείς κι η μυρωδιά του ερωτύλου γραφίτη είχε τέτοια καταλυτική επίδραση πάνω σου που δεν μπορούσες να αθετήσεις την υπόσχεσή σου.
Σεπτέμβρης, η εποχή που η Faber-Castell μυρίζει πιο όμορφα από το άφτερ σέιβ του μπαμπά του Θανάση. Ανάμεικτος, αμφίθυμος, αντικρουόμενος, ρομαντικός. Παιδί που θέλει να αγαπήσει αλλά φοβάται τα πειράγματα και τις κοροϊδίες των συμμαθητών του. Αυτός είναι ο Σεπτέμβρης. Και τρέχει ντροπιασμένος να κρυφτεί στην αλεξίσφαιρη φτερούγα κάποιας ζακετούλας. Πόσα ζεσταίνει μέσα εκεί και πόσα αποκρύβει. Νομίζω ότι αυτή η ζακετούλα είναι υπεύθυνη για την αλλαγή των εποχών. Κατατροπώνει το καλοκαίρι και εμφανίζει το φθινόπωρο. Εξαφανίζει την ξενοιασιά της παιδικής χαράς και επιστρέφει με τη σπαρταριστή αγωνία ενός ενήλικα για όσα πρόκειται να γίνουν.
Ο Σεπτέμβρης αναβλύζει χώμα νωπό, μνήμη υγρή και «άγια νοσταλγία». Το λένε οι γιαγιάδες που αναλύουν τα μερομήνια στα χωριά, οι ποιητές και οι λαβωμένοι παθολόγοι: στην πρώτη βροχή του φθινοπώρου αναβιώνουν τα «κρακ» της μνήμης και της κνήμης, θερίζουν τα αρθριτικά και στάζουν αναμνήσεις όλα τα πληγωμένα γόνατα. Δεν τον ονόμασαν τυχαία τρυγητή. Εκτός από το γλυκό σταφύλι, τρυγάει κάτι μικρά, νοσταλγικά πονάκια στην καρδιά που όσο κι αν ψάξεις δεν θα φανούν ποτέ στη βιβλιογραφία κάποιας ακτινογραφίας, παρά μόνο στις φαγωμένες σελίδες των σχολικών μας τετραδίων.
Ενα ειδικό κομμάτι θλίψης αναζωπυρώνεται πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Μοιάζει με εκείνο το πανελλαδικό πείραμα στο Δημοτικό, με τις viral φακές και το κεσεδάκι. Ποιος να το φανταζόταν τότε πως αυτό το πείραμα θα είχε τέτοια ανεπίγνωστη απήχηση στις ενήλικες, χωρίς σχολείο, ζωές μας; Ποιος θα περίμενε ότι οι ρίζες αυτής της θύμησης θα επιβίωναν μετά από χρόνια και θα έστεκαν ακμαίες στο παραθύρι – όπως έλεγε το πείραμα. «Πρέπει να το φροντίζεις, να το ποτίζεις και να το αφήσεις χωρίς το αδηφάγο άγχος της δημιουργίας να μεγαλώσει». Αλλοι συμφωνήσαμε χωρίς φωνές και αντιρρήσεις, άλλοι βαρεθήκαμε γρήγορα γιατί το πέλαγος της μπάλας είχε πάνω μας κάτι δυνατότερο από ερωτική επίδραση και άλλοι ξεχάσαμε να το ποτίζουμε γιατί δεν ξέραμε κι ούτε θέλαμε έγνοιες, φροντίδες, τρυφεράδες και συνδέσεις.
Από τότε πέρασαν χρόνια πολλά. Χρόνια ικανά να καταλάβουμε τη χρησιμότητα του πειράματος εκείνου που ακόμα κι αν δεν αποτελούσε «SOS», υπήρχε στο σχολικό πρόγραμμα για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: να μας ψιθυρίσει απ’ το παράθυρο πώς είναι να ’χεις ρίζες μπηγμένες καλά στο βρεγμένο χώμα των νοτισμένων αναμνήσεων ενός γλυκόπικρου Σεπτέμβρη.
*Φιλόλογος – συγγραφέας
