ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η είδηση της εποχής είναι αυτή που δημοσιεύτηκε 22/8 στο τελευταίο τεύχος των Οικονομικών Αναλύσεων του ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Ερευνών): στην Ενωση των 27 κρατών-μελών, η Ελλάδα κατέχει πλέον την τελευταία θέση του μέσου μισθού ανά δεδουλευμένη ώρα εργασίας, υπολογισμένη σε όρους κοινής αγοραστικής δύναμης. Το πραγματικό δηλαδή διαθέσιμο μισθού των Ελλήνων, η πραγματική αγοραστική δύναμη, έπεσε κάτω και από αυτήν των γειτόνων μας Βουλγάρων, που έχουν χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και ΑΕΠ…

Και μη βιαστούν κάποιοι να πουν ότι είναι προσωρινή η συγκυριακή κατάσταση λόγω πληθωρισμού και στρέβλωσης μεγεθών ή τιμών και κόστους ζωής. Yπάρχει βαθύτερη δομική αιτιότητα στο φαινόμενο και αρκετή εσωτερίκευση χρόνιων παθογενειών της νεοελληνικής οικονομίας.

Η πτώση της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού δεν είναι μόνο αποτέλεσμα όλων των χρόνιων κρατικών παθογενειών. Είναι προφανώς και αποτέλεσμα market failure στον ιδιωτικό τομέα.

Καταφέραμε και κλείσαμε την τρύπα του κράτους ανοίγοντας τρύπες στα σπίτια και στις δουλειές μας. Αυτό σημαίνει ότι μεταφέραμε παραγόμενο πλούτο του ιδιωτικού τομέα στη χοάνη του ελλειμματικού Δημοσίου. Αλλά η πτώση της αγοραστικής δύναμης είναι σύνθετο αποτέλεσμα: τόσο αυτής της «μεταφοράς» που περιγράφω όσο όμως και της ανισορροπίας στις συσχετίσεις κόστους/κερδών/μισθών στον ιδιωτικό τομέα.

Τα σχετικά μεγέθη εδώ είναι αδιάψευστος μάρτυρας (και τα γράφει η μελέτη του ΚΕΠΕ): οι περισσότεροι κλάδοι στην αγορά έχουν παρουσιάσει ισχυρή τάση υπερσυγκέντρωσης, ολιγοπωλιακή δομή, εντεινόμενη απόσπαση σχετικής υπεραξίας από τη μέση παραγωγικότητα της εργασίας, χωρίς την ανάλογη άνοδο των μισθών συγκριτικά με τα περιθώρια κερδοφορίας (κυρίως στις leaders επιχειρήσεις των κλάδων).

Το ρεκόρ κερδοφορίας π.χ. των εισηγμένων επιχειρήσεων δεν σημαίνει ότι δόθηκε ανάλογο επίδομα ισολογισμού στη μισθοδοσία των υπαλλήλων, αλλά μόνο πληθωριστικές αυξήσεις.

Τι θέλω να πω: οι στρεβλώσεις στην ελληνική οικονομία έπαψαν -μετά την ύφεση και τη λιτότητα των μνημονίων- να αφορούν τόσο πολύ τον παρασιτικό ρόλο του κράτους που υπερφορολογεί, δαπανά πολύ και δεν επιβιώνει. Πλέον έχουμε έντονο ζήτημα άνισης κατανομής του παραγόμενου πλούτου στον ιδιωτικό τομέα. Η παραγωγική δομή της ελληνικής οικονομίας δεν πλήττεται μόνο από την υψηλή φορολογία, τα υψηλά κόστη παραγωγής και τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας: πλήττεται πλέον ευθέως και από την έλλειψη διάχυσης κερδών και την υπερσυσσώρευση πλούτου.

Η καθολική ωφέλεια είναι βασική συνιστώσα τόνωσης του διαθέσιμου εισοδήματος και της ενεργού ζήτησης (που τροφοδοτεί τα περιθώρια κέρδους). Ας το ομολογήσουμε: ζούμε πολλοί σε αυτόν τον τόπο χωρίς μισθούς και δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η μάζα των μισθωτών που τροφοδοτεί τα κέρδη αρχίζει να έχει χαμηλότερη αγοραστική δύναμη. Και αυτό (εδώ είναι το θέμα) δεν θα φανεί στην επόμενη φάση κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Ο Ελληνας συνεχίζει υπερχρεωμένος να υπερκαταναλώνει, άσχετα αν δεν του φτάνουν τα λεφτά (και επομένως δεν έχουν λόγο παραγωγοί και μεσάζοντες εισαγόμενων και εγχώριων αγαθών να ρίξουν τιμές, άρα να τονώσουν αγοραστική δύναμη). Είναι μια παγίδα, ένα σπιράλ αυτοτροφοδοτούμενης ανισοκατανομής διαθέσιμου εισοδήματος.

Ας μιλήσουμε με όρους καθημερινότητας: Πώς είναι άραγε δυνατόν να συμβαίνει αυτό το φαινόμενο όταν η ελληνική ανάπτυξη καλπάζει μετά την πανδημία κατά τα λεγόμενα όλων;

Απλά πράγματα: μπορεί να συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε πλουσιότεροι από τους Βούλγαρους, μπορεί να παίρναμε π.χ. περισσότερα λεφτά από την Ε.Ε., επί δεκαετίες, ή να έχουμε φτιάξει με ιδρώτα μεγαλύτερες και ακριβότερες περιουσίες και να περνάμε καλύτερα, αλλά σήμερα ένα είναι το δεδομένο: ότι στους γείτονες των Βαλκανίων «περισσεύουν» περισσότερα λεφτά από τους χαμηλότερους μισθούς τους!

Δεν είναι η στιγμή να φιλοσοφήσουμε για «στρεβλά παραγωγικά πρότυπα» ή για «παρασιτικό κρατισμό υπερχρέωσης» και για λαθεμένη στόχευση προς πιο «δίκαιη ανάπτυξη». Ούτε να ασχοληθούμε με τη φοροδιαφυγή και τα ελλείμματα του κράτους και τη χρόνια αποσυσχέτιση μικρο- και μακροοικονομίας, ειδικά μετά τη δημοσιονομική μας ισορροπία. Η πραγματική αιτία θέλει άλλη οπτική που δεν βολεύει πολλούς: την ανάλυση της σχέσης εργασίας-κόστους παραγωγής-κερδών-υπεραξίας-μισθών. Και αυτή απαιτεί χώρο, χρόνο και ανοιχτά μυαλά.

Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης και των μνημονίων, η Ελλάδα των διευρυμένων ανισοτήτων, των καρτέλ και της ακρίβειας, του ολιγοπωλιακού πιστωτικού συστήματος που ματώσαμε για να σωθεί, η οικονομία της έντονης πλέον εξόρυξης αξίας (και όχι δημιουργίας), η Ελλάδα της προσοδοθηρίας και του εμμονικού τουριστικού real estate, η Ελλάδα του φτηνού ευρώ των δύο δεκαετιών χάρτινου πλούτου (ενώ η Βουλγαρία είχε και έχει κλειδωμένο δικό της νόμισμα) έφτασε τελικά να έχει το υψηλότερο ιδιωτικό και δημόσιο χρέος. Και κατέληξε (κάτι που κάποτε θα ερχόταν φυσιολογικά και νομοτελειακά στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο) να έχει το χαμηλότερο πραγματικό ημερομίσθιο εργαζομένων, παρά το γεγονός ότι έχει μεγαλύτερη οικονομία από άλλες χώρες στην Ε.Ε. Και επίσημα δηλαδή «μπήκαμε» στο διεθνές καπιταλιστικό κλαμπ με το γνωστό παίγνιο «σχετικού ανταγωνισμού» αφού εν ονόματι της περίφημης ανταγωνιστικότητας στην οποία ομνύουν οι ορθόδοξοι της νεοκλασικής σχολής, καταφέραμε και συρρικνώθηκε η πραγματική αξία του μισθού.

Συγχαρητήρια…