O θείος Χρήστος, ετών 87, παλιός ναυτικός και επιβιώσας από τρεις καρκίνους, ουδεμία σχέση έχει με την ποίηση του Ελύτη. Ούτε γνώριζε τη φυσιοκρατική αίσθηση της ζωής των Αιολέων, την παράδοση των οποίων ακολούθησε ο ποιητής μετατρέποντας τη φύση στο αλφάβητο της πένας του.
Κι όμως, εκείνο το πρωινό, την επομένη των πυρκαγιών στη βορειοανατολική Αττική, ο θείος που παρέλαβα μισολιπόθυμο από την Αμφιάλη και που με χίλια ζόρια κατόρθωσα να τον βολέψω στη θέση του συνοδηγού για να τον μεταφέρω στο «Ελπίς» για ακόμα μία εισαγωγή (τα αναθεματισμένα θηλώματα που ταλαιπωρούν τα αρσενικά), δεν έβαλε γλώσσα μέσα του. Εβλεπε στο βάθος τα ξερά βουνά και έβριζε αυτούς που «τέλειωσαν την Ελλάδα». Μονολογούσε διαρκώς και στόλιζε με επίθετα ανάρμοστα τον πρωθυπουργό, τους γνωστούς υπουργούς κι όποιον άλλο κατά τη γνώμη του ευθύνεται για το χάλι της χώρας.
«Πάει, τέλειωσε η Ελλάδα, την τέλειωσαν», έλεγε και ξανάλεγε.
Και κάπου εκεί, στην Πέτρου Ράλλη, σ’ έναν από τους ασχημότερους δρόμους της πόλης, με τη θλίψη από τα αποκαΐδια και την οσμή του καμένου, έχοντας δίπλα μου έναν άνθρωπο ταλαιπωρημένο, στη δύση του, ένας ήλιος καυτός ανέτειλε στο βάθος. Αυτομάτως άπλωσα το χέρι για να κατεβάσω το αλεξήλιο ώστε να μην τυφλώσει τον αγαπημένο συγγενή. Και τότε τον άκουσα να λέει: «Μόνο αυτός μας έμεινε, μόνο αυτόν δεν μπορούν να μας πάρουν».
Κι αυτά ήταν τα λόγια που έκαναν στη στιγμή τον θείο να μοιάζει στα μάτια μου με τρελό θεό. Η πεποίθησή του για τον ήλιο, για το ελληνικό φως, ήταν τόσο δυναμική που με οδήγησε σε άλλη διάσταση. Το παλιό μου Corsa έγινε, αίφνης, το «Τρελοβάπορο» στο τραγούδι από τον «Ηλιο τον ηλιάτορα» και ο γηραιός άνδρας στα δεξιά μου έμοιαζε με τον «Ανεμο» της ανθολογίας κι όλα γύρω ησύχασαν: το άγχος για ακόμα μία εισαγωγή στο νοσοκομείο «Ελπίς» έδωσε τόπο στην ευγνωμοσύνη προς το ιατρικό προσωπικό που προνόησε για αυτήν μέσα στον αποπνικτικό καύσωνα κι ο δρόμος της Αθήνας ξαφνικά έγινε λιγότερο γκρίζος και όλα ξανά έμοιαζαν δυνατά.
Οπως το λέει ο ποιητής*:
Κατακλυσμούς ποτέ δεν λογαριάσαμε
Μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
Παντοτινό τον Ηλιο τον Ηλιάτορα!
*«Ο ήλιος ο ηλιάτορας» Εκδ. ΙΚΑΡΟΣ, 6η έκδοση, 1991
