Καθώς σκεφτόμουν τι τίτλο να δώσω σε τούτες τις γραμμές που ακολουθούν, αρχικά σκέφτηκα το «Δώσε και σ’ εμάς Μπάρμπα».
Όταν κατ’ επανάληψη έχω διαβάσει, ακούσει σε βαθμό τέτοιο που κοντεύω να το πιστέψω (να το «χάψω») πως η φιλοσοφική αγωνία της Κυβέρνησης επικεντρώνεται στις ευάλωτες εισοδηματικές ομάδες και πως μέσα στα επόμενα χρόνια (ποια απ’ όλα;) η κυβερνητική εισοδηματική πολιτική θα εστιάσει το ενδιαφέρον της, στην ενίσχυση της οικονομικής θέσης των συνταξιούχων, αναρωτήθηκα μα την αλήθεια, που αρχίζει το «δούλεμα» και που τελειώνει η καζούρα.
Το έναυσμα, μου το έδωσαν μία ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μια τεχνηέντως πως αναβαλλόμενη επιστροφή επιδικασμένων, που αν δεν ήταν ευρώ, αλλά ήταν μπουκάλια κόκκινο κρασί θα είχαν αποκτήσει μεγίστη αξία λόγω παλαίωσης.
Κάπως έτσι με την αναβαλλόμενη καταβολή των ευρώ που επιδικάσθηκαν τελεσιδίκως, σε συνέχεια προσφυγών που κατατέθηκαν προ πανδημίας περί το 2017 και ίσως πιο πριν…
Η ανάρτηση πρώτα απ’ όλα, συναδέλφου συνταξιούχου ομότιμου καθηγητή (η απονομή του τίτλου, μας μάρανε…):
Είναι αλήθεια πως στην αρχή πέρα από την στιγμιαία ταύτισή μου με τον ομοιοπαθόντα κ. συνάδελφο, πέρασα στο δεύτερο επίπεδο αναστοχασμού:
Πρώτα απ’ όλα αναλογίστηκα, πόσες κατηγορίες συνταξιούχων βρίσκονται σε χειρότερη θέση από την δικιά μας. Βέβαια υπάρχουν και κατηγορίες συνταξιούχων του δημόσιου τομέα που την «βγάζουν» καλύτερα, ίσως λόγω εντιμότητας και επικινδυνότητας του λειτουργήματος.
Στο τρίτο επίπεδο αναστοχασμού, πήραν θέση τα οικονομετρικά μοντέλα που οδηγούν στο αγνό συμπέρασμα πως πριν δώσεις τις αυξήσεις στους σοφτ προνομιούχους συνταξιούχους καθηγητών ΑΕΙ κι αρχίσουν οι μουρμούρες από τους υπολοίπους του κλαμπ, της ομάδας στόχου δηλαδή τους εν γένει συνταξιούχους, δώσε τουλάχιστον αυτά που χρωστάς και έχουν επιδικασθεί τελεσιδίκως.
Το δημοσιονομικό κόστος είναι πολλαπλά λιγότερο από αυτό που συνεπάγεται η μελλούμενη εφαρμογή της φιλοσοφικής αγωνίας της Κυβέρνησης, περί εισοδηματικής ενίσχυσης όλου του κλαμπ.
Αλλιώς στην καθομιλουμένη σε λένε «μπαχταξή».
Και για να το πω πιο επιστημονικά, ακαδημαϊκά δηλαδή, η μπανιέρα του Σουρεάλ είναι άδεια:
Για να κατανοήσουμε τη σχέση μεταξύ εισοδήματος (σύνταξης εν προκειμένω), πλούτου και κατανάλωσης, είναι χρήσιμο να χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα μιας μπανιέρας:
Θεωρείστε το εισόδημα (τη σύνταξη) ως τη ροή του νερού που χύνεται στη μπανιέρα και τον πλούτο ως την ποσότητα (ή το απόθεμα) νερού που υπάρχει στη μπανιέρα ανά πάσα στιγμή. Η ροή του εισοδήματός σας συμβάλλει στο απόθεμα του πλούτου σας.
Το νερό που αποστραγγίζεται από τη μπανιέρα μπορεί να συγκριθεί με την κατανάλωση. Αν όλα τα άλλα είναι ίσα, η κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών μειώνει το απόθεμα του πλούτου σας.
Το παράδειγμα της μπανιέρας οδηγεί ενίοτε και στην δοκιμή της ανθεκτικότητας του αποθέματος της μπανιέρας.
Το πως διατηρείται σταθερό ή σχετικά σταθερό το απόθεμα, το πως ο πλούτος που έχουμε παράγει διατηρείται σταθερός ή σχετικά σταθερός, το είδαμε μόλις πριν λίγο μέσα από την περιγραφή της μπανιέρας, του νερού που εισρέει, του νερού που υπάρχει ανά πάσα στιγμή και του νερού που αποστραγγίζεται.
Το λοιπόν, η μπανιέρα μου κ. Πρωθυπουργέ και κ. κύριε ΥΠΕΠΘ είναι εντελώς άδεια.
Μα ντιπ άδεια:
Ως εκ τούτου το «Δώσε και σ’ εμάς Μπάρμπα», είναι ένα ευγενές σχόλιο, ίσως λίγο δηκτικό, αλλά και η υπομονή έχει τα όριά της.
Να ‘ναι καλά η λογική του «μπαταξή», αυτή η δίχως «ενσυναίσθηση» που λένε και οι μεταμοντέρνοι.
ΥΓ: Επειδή κατά κοινή ομολογία είμαι καλοπροαίρετος άνθρωπος, τόσο που η καλή μου πρόθεση ερωτοτροπεί ή συγχέεται με την αφέλεια, αναγνωρίζω την ύπαρξη πιθανότητας αυτά τα τελεσιδίκως επιδικασθέντα να μας αποδοθούν του «Αγίου Αναμένοντα» εντόκως- κάτι το οποίο άλλωστε υποτίθεται πως προβλέπεται-έτσι ώστε να φορολογηθούν ως «υπερκέρδη» κατά τα γνωστά πετρελαιοειδή πρότυπα.
Μιχάλης Κονιόρδος, εκπαιδευτικός
