Μπορεί πολλοί στη Ν.Δ. να εκτιμούν ότι το καλοκαίρι θα δημιουργήσει συνθήκες ανάπαυλας για τα εσωκομματικά της «γαλάζιας» παράταξης και ότι θα σκεπάσει πρόσκαιρα τις έντονες αντιθέσεις στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, όμως οι ίδιοι βλέπουν ότι από Σεπτέμβρη και μετά είναι εξαιρετικά πιθανός ένας νέος κύκλος εσωκομματικών αναταράξεων. Και αυτό γιατί μπορεί όλες οι πλευρές στο εσωτερικό της Ν.Δ. να κρατούν αυτή τη στιγμή στάση αναμονής, περιμένοντας η μία την όποια κίνηση της άλλης, όμως ο ατμός που έχει συσσωρευτεί είναι πλέον πολύς.
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, «γαλάζια» στελέχη βλέπουν ότι η ηγεμονία του πλέον έχει σπάσει και πως κατά βάση στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει απέναντί του ένας αντίπαλος πόλος στο πολιτικό σκηνικό. Κάτι που βέβαια κάνει εξαιρετικά εύφορο το έδαφος για τη δημόσια διατύπωση εσωκομματικής κριτικής προς τον πρωθυπουργό και την ανάδειξη με πολύ έντονο τρόπο των διαφωνιών στο εσωτερικό της Ν.Δ.
Οι γάμοι ομόφυλων
Το πρώτο μεγάλο εσωκομματικό ρήγμα, που εμπεριείχε ευθεία αμφισβήτηση κεντρικών επιλογών του Κυρ. Μητσοτάκη, ως γνωστόν, αποτυπώθηκε με τον υπέρογκο αριθμό των 52 διαφοροποιήσεων «γαλάζιων» βουλευτών στην ψηφοφορία για το νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Το πρωτοφανές αυτό γεγονός ήρθε και ως αποτέλεσμα άλλης μιας προσπάθειας τότε του κ. Μητσοτάκη, να πατήσει σε δύο βάρκες και από τη μία να απευθυνθεί –φέρνοντας έναν νόμο με σαφές προοδευτικό στίγμα– στο προοδευτικό ακροατήριο, αλλά από την άλλη και να κλείσει ταυτόχρονα το μάτι στο ακροατήριο που εκφραζόταν μέσω των «γαλάζιων» διαφωνούντων.
Με πιο χαρακτηριστική τέτοια κίνηση του πρωθυπουργού, να αφήσει τον υπουργό Επικρατείας Μάκη Βορίδη να αντιταχθεί ανοιχτά στο νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών χωρίς να υποστεί τη συνέπεια της αποπομπής από το μέγαρο Μαξίμου. Και μάλιστα, ο κ. Μητσοτάκης αναβάθμισε τον (εκπρόσωπο της Ακροδεξιάς πτέρυγας) κ. Βορίδη σε νούμερο 2 του μεγάρου Μαξίμου, μετά τις αποπομπές των Στ. Παπασταύρου και Γ. Μπρατάκου, στέλνοντας έτσι ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι στρέφει το βλέμμα προς τα ακροδεξιά. Σε κάθε περίπτωση οι τότε κινήσεις του πρωθυπουργού ωθούσαν «γαλάζια» στελέχη να σχολιάζουν ότι όποιος προσπαθεί να πατήσει σε δύο βάρκες κινδυνεύει να βρεθεί στο νερό.
Το δεύτερο μεγάλο εσωκομματικό ρήγμα καταγράφηκε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ., όπου ο Κυρ. Μητσοτάκης ήρθε αντιμέτωπος με τη σφοδρή κριτική των βουλευτών του. Και η οποία αφορούσε από τον τρόπο διεύρυνσης του κόμματος (μέσω της αξιοποίησης μεγάλου αριθμού στελεχών που προέρχονται από άλλους πολιτικούς χώρους και κυρίως από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ), μέχρι την κυβερνητική διαχείριση σε κεντρικά ζητήματα της επικαιρότητας και τις κακές σχέσεις υπουργών με την Κοινοβουλευτική Ομάδα, ενώ άνοιξε και εσωκομματικό ζήτημα για το πρόσωπο που θα προταθεί για την Προεδρία της Δημοκρατίας, με πολλούς βουλευτές να τάσσονται κατά μιας δεύτερης θητείας της Κατερίνας Σακελλαροπούλου και υπέρ μιας υποψηφιότητας από τη «γαλάζια» παράταξη. Μάλιστα αρκετοί στο εσωτερικό του κόμματος θεωρούν πλέον απίθανο ο πρωθυπουργός να επιμείνει στην υποψηφιότητα της νυν Προέδρου και πως θα υποχρεωθεί να αναζητήσει ένα πρόσωπο που θα είναι ευρέως αποδεκτό από τις διαφορετικές εσωκομματικές τάσεις της Ν.Δ.
Κι έπειτα το Πολεμικό Μουσείο έγινε… «Πολεμικό» –όνομα και πράγμα– με τη σκληρή επίθεση στον πρωθυπουργό του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος αμφισβήτησε όλες τις κεντρικές επιλογές του (γάμος ομόφυλων ζευγαριών, ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, αντιμετώπιση της ακρίβειας, «επιτελικό κράτος», τρόπος διεύρυνσης του κόμματος), αλλά και με τις σαφείς αιχμές του Κώστα Καραμανλή, με κυριότερες εκείνες αναφορικά με την αλαζονεία και τον ελιτισμό: «Αν δεν καταλαβαίνεις γιατί δυσανασχετούν και διαμαρτύρονται οι πολλοί, αν επιμένεις, κόντρα σε όλες τις ενδείξεις, ότι εσύ έχεις δίκιο και οι πολλοί άδικο, αν πιστεύεις ότι ξέρεις πάντα καλύτερα από αυτούς και η μόνη παραδοχή που κάνεις είναι ότι θα έπρεπε απλώς να το επικοινωνήσεις καλύτερα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι εκείνοι έχουν δίκιο κι εσύ άδικο. Αν ούτε αυτό καταλαβαίνεις, τα πράγματα είναι απείρως χειρότερα!».
Και μπορεί οι δύο πρώην πρωθυπουργοί να έχουν ο καθένας τη δική του ατζέντα, να εκφράστηκαν σε διαφορετικούς τόνους και να απευθύνονται σε άλλα ακροατήρια (ο μεν κ. Σαμαράς στο σκληρό δεξιό ακροατήριο, με το βλέμμα και στην εκτός Ν.Δ. Ακροδεξιά, ο δε κ. Καραμανλής στο καραμανλικό, στο κομμάτι της παραδοσιακής Ν.Δ. και στο ακροατήριο εκείνο που ο ίδιος αποκαλούσε «μεσαίο χώρο»), αλλά είναι σαφές πως και οι δύο εκφράζουν με τις δημόσιες εμφανίσεις τους την υπαρκτή δυσαρέσκεια που αισθάνεται απέναντι στην κυβέρνηση κομμάτι της βάσης της Ν.Δ. Κάτι που ήταν έντονο και στο ακροατήριο που βρέθηκε στο Πολεμικό Μουσείο και το οποίο χειροκροτούσε δυνατά στις φράσεις κριτικής προς τον Κυρ. Μητσοτάκη.
Νέες παρεμβάσεις Σαμαρά
Μάλιστα από Σεπτέμβριο είναι εξαιρετικά πιθανό να δούμε και νέες δημόσιες παρεμβάσεις του κ. Σαμαρά που θα αμφισβητούν κυβερνητικές επιλογές, με αιχμή θέματα όπως τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής (όπου στο Πολεμικό Μουσείο κάλεσε τον πρωθυπουργό «να αποφασίσει άμεσα την αλλαγή της ακολουθούμενης εξωτερικής πολιτικής»), αλλά και τα ζητήματα της οικονομίας και της αντιμετώπισης της ακρίβειας (όπου τάχθηκε υπέρ της μείωσης του ΦΠΑ, λέγοντας ότι «οι φιλελεύθερες παρεμβάσεις δεν γίνονται με τις “μάχες του τελάρου”, “τα καλάθια”, τα “κουπόνια”, τα παρακάλια και την οριζόντια φορολόγηση»).
Από την πλευρά του ο Κυρ. Μητσοτάκης επιχειρεί να αλλάξει την ατζέντα από τα εσωκομματικά της Ν.Δ. και να τη στρέψει στα ζητήματα της καθημερινότητας, θέλοντας να δείξει ότι επιχειρεί να τα αντιμετωπίσει. Σε αυτό το πλαίσιο, κατά τη χθεσινή συνάντησή του με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι «θα επιμείνω στην προσπάθειά μου να υπάρξει ευρωπαϊκή αντιμετώπιση στο ζήτημα των διαφοροποιημένων τιμών των πολυεθνικών επιχειρήσεων, έτσι ώστε σε χώρες που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή περιφέρεια να μην αναγκάζονται να πληρώνουν οι πολίτες τους ακριβότερα για ίδια προϊόντα. Μάλιστα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής απάντησε στη σχετική μου επιστολή, αναγνωρίζοντας την ορθότητα αυτών των επιχειρημάτων και αναμένω και από την Ευρώπη να αναλάβει τις δικές της πρωτοβουλίες για να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα το οποίο έχει ευρωπαϊκή διάσταση». Το ερώτημα βέβαια είναι ότι και να πετύχει την αλλαγή της ατζέντας, πόσο αυτό θα κρατήσει;
