Ο κόσμος τρώει πολύ ζόρι, αλλά δεν ξέρει και τι να κάνει. Εχει παραλύσει και χώνεται βαθιά μέσα στην απογοήτευση και τη ματαίωση. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που ζουν σαν να μην υπάρχει αύριο και καταναλώνουν ό,τι έχει μείνει από τις αποταμιεύσεις ή ό,τι έρχεται από τις πωλήσεις ακινήτων που κάνουν θραύση αυτόν τον καιρό. Οπως υπάρχουν κι εκείνοι κάπου ανάμεσα που ζορίζονται, αλλά στέκονται κιόλας σε μια μέση κατάσταση, όσο μπορούν με αξιοπρέπεια μέσα στις ελλείψεις.
Κάτι γίνεται μέσα στην ελληνική κοινωνία που δεν μπορούμε να το συλλάβουμε στο σύνολό του και το βλέπουμε να σπάει σε θραύσματα από εδώ κι από εκεί. Κομμάτια. Ακούς για ιστορίες απαράμιλλου θάρρους και προσφοράς προς τον συνάνθρωπο, ακούς όμως και κρετινισμούς και αγριότητες.
Κι όλη αυτή η βία που ξεσπά από παντού. Και από δίπλα η ελαφρότητα, η αφασία, τα βιντεάκια, το να μη σε νοιάζει τίποτα και να τα ισοπεδώνεις όλα.
Δίπλα δίπλα. Σαν να συνυπάρχουμε όλοι μας, αλλά σαν μην υπάρχουμε κιόλας σε κάτι κοινό, μια διαρκής αντίφαση του «μόνος μου θα τα καταφέρω» και του «όλοι μαζί». Κομμάτια που δεν ενώνονται, χωρίς μεγάλη εικόνα, μικρές μικρές μόνο.
Πάλι, όμως, όσο κι αν περιγράφεις όλη αυτήν την ανομοιογένεια, την έλλειψη του κοινού, την απουσία της συναίνεσης, αλλά και την υποχώρηση κάθε έννοιας δημιουργικής σύγκρουσης, μια ζέση και μια παραίτηση, όλο αυτόν τον χυλό που κρατάει στον πάτο τα πόδια μας, όσο κι αν τα περιγράφεις όλα και νομίζεις ότι κάτι κάνεις κιόλας, τόσο πιο αδύνατη γίνεται η ερμηνεία, η διέξοδος, η εναλλακτική. Κάτι πάει πολύ λάθος. Ή μπορεί και να μην είναι και τόσο λάθος, άλλα έτσι ήρθαν τα πράγματα. Αλλά κανένας δεν μας ρωτά, κανένας δεν απαντά στις ερωτήσεις μας και εμείς σιωπούμε, δίκαιοι και άδικοι.
