Συνομιλήσαμε με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, Θεόφιλο Ξανθόπουλο, μετά τη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, κάνει λόγο για μια συνεδρίαση «σε καλό κλίμα, χωρίς εντάσεις». Αλλωστε, «τα εσωκομματικά προβλήματα στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. έλαβαν τέλος», υποστηρίζει, παρ’ ότι δεν κρύβει τον προβληματισμό του για την ανεπίτρεπτη ένταση, τις προσωπικές επιθέσεις, τους ανοίκειους χαρακτηρισμούς, που πολλές φορές κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση και οι οποίοι «δεν αρμόζουν ούτε στην πολιτική αντιπαράθεση αλλά ούτε και στο ήθος της Αριστεράς». Ο βουλευτής Δράμας, συμμεριζόμενος την αγωνία των πολιτών, που συνοψίζεται στη φράση «κάντε κάτι!», επισημαίνει: «Οι πολίτες δεν θα μας συγχωρήσουν την απραξία».
● Είμαστε στην επομένη της Πολιτικής Γραμματείας και δύο ημέρες πριν από την Κεντρική Επιτροπή. Ποιες οι προσδοκίες σας; Ποιες οι ανησυχίες σας;
Η συζήτηση στην Πολιτική Γραμματεία έγινε σε καλό κλίμα, χωρίς εντάσεις, και αναλώθηκε κυρίως στην προετοιμασία της συνεδρίασης της Κ.Ε. Θέλω να πιστεύω ότι κάτι ανάλογο θα συμβεί και στη συνεδρίαση της Κ.Ε. το Σάββατο. Σε ό,τι αφορά τις ανησυχίες μου, πρέπει να σας πω ότι ανησυχώ μήπως και δεν ανταποκριθούμε στο λαϊκό αίτημα των ημερών, κάτι δηλαδή που βιώνουμε σε κάθε επαφή μας με τους πολίτες και συνοψίζεται στη φράση «Κάντε κάτι!». Η κοινωνία περιμένει από εμάς να ανταποκριθούμε στο αίτημά της. Να οικοδομήσουμε ένα μέτωπο απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη με καθαρό προγραμματικό λόγο και ευθεία στόχευση, χωρίς λογικές του μέσου όρου και με σαφείς κοινωνικές αναφορές. Ετσι εκτιμώ ότι θα μπορέσουμε να επανασυνδέσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. με τις κοινωνικές τάξεις που είτε απείχαν είτε στράφηκαν προς άλλες επιλογές. Οταν μάλιστα σκεφτούμε και τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών αλλά και του α’ γύρου των γαλλικών εκλογών, όπου η άνοδος της Ακροδεξιάς είναι εντυπωσιακή, οφείλουμε ως ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. να αντιληφθούμε ότι η ενίσχυση του κόμματος αποτελεί και καθοριστικό όρο της δημοκρατικής αντεπίθεσης.
Ανησυχώ μήπως και δεν ανταποκριθούμε στο λαϊκό αίτημα των ημερών, κάτι δηλαδή που βιώνουμε σε κάθε επαφή μας με τους πολίτες και συνοψίζεται στη φράση «Κάντε κάτι!».
● Οι συνεχείς δηλώσεις, αναρτήσεις, τοποθετήσεις κ.ο.κ. συντρόφων κατά συντρόφων δεν έχουν τρώσει την εκατέρωθεν εμπιστοσύνη στο κόμμα σας;
Είναι ένα ζήτημα το οποίο τώρα ψηλαφούμε και ως πολιτικό σύστημα αλλά και ως ελληνική κοινωνία. Κατά τη γνώμη μου ως κοινωνία βιώνουμε πλέον την πραγματικότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία συγκροτούν μια άλλη, παράλληλη ίσως πραγματικότητα, αλλά δεν παύουν να αποτελούν μέσο και τρόπο έκφρασης των πολιτών. Επίσης, άλλη βαρύτητα έχει μια αναφορά στη δημόσια σφαίρα ενός οποιουδήποτε πολίτη και άλλη ενός στελέχους του κόμματος. Με αυτήν την έννοια κάθε τοποθέτηση πρέπει να κρίνεται σε συγκεκριμένο πλαίσιο. Παρατηρώ, με ανησυχία είναι αλήθεια, ότι πολλές φορές η δημόσια συζήτηση χαρακτηρίζεται από ανεπίτρεπτη ένταση, εκτρέπεται σε προσωπικές επιθέσεις, υιοθετούνται ανοίκειοι χαρακτηρισμοί, που δεν αρμόζουν ούτε στην πολιτική αντιπαράθεση αλλά ούτε και στο ήθος της Αριστεράς. Είναι αυτονόητο ότι αυτές οι συμπεριφορές δεν βοηθούν, μάλλον συσκοτίζουν, τα όποια αίτια της αντιπαράθεσης.
Από την άλλη πλευρά όμως θεωρώ ότι η καλή λειτουργία του κόμματος, οι συχνές συνεδριάσεις της Π.Γ., οι τακτικές της Κ.Ε. αλλά και των κατώτερων οργάνων θα είχαν οργανώσει δομημένα τη συζήτηση στα πλαίσια των κομματικών οργάνων και δεν θα άφηναν άπλετο χώρο για τέτοιου είδους απολίτικου ή και αντιπολιτικού περιεχομένου αντιπαραθέσεις.
● Ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος περνάτε πολλές ώρες, κάθε μέρα, στη Βουλή. Πόσο εύκολη είναι η άσκηση του αντιπολιτευτικού έργου, δεδομένων των εσωκομματικών προβλημάτων του ΣΥΡΙΖΑ;
Σας ευχαριστώ πολύ για την ερώτηση γιατί μου δίνετε την ευκαιρία να ξεκαθαρίσω ορισμένα πράγματα. Κατ’ αρχάς πρέπει να πω ότι τα εσωκομματικά προβλήματα στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. έλαβαν τέλος. Η αποχώρηση των βουλευτών/τριών, που δημιούργησαν τη Νέα Αριστερά, ήταν το τελευταίο επεισόδιο μιας εσωστρέφειας που ξεκίνησε με τη διπλή εμφατική ήττα στις περσινές εκλογές, σειρά είχε η παραίτηση Τσίπρα, ακολούθησε η εκλογή και η αμφισβήτηση Κασσελάκη και η προαναφερθείσα διάσπαση. Σήμερα περνάμε μια άλλη φάση εσωκομματικής συζήτησης και αυτό δεν έχει σχέση ούτε με προηγούμενες καταστάσεις αλλά ούτε και με εσωκομματικά προβλήματα. Προσπαθούμε να αποκτήσουμε κοινό βήμα και, κυρίως, να οικοδομήσουμε τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. της νέας περιόδου. Πρέπει να σας πω ότι η παρουσία της Κ.Ο. είναι εξαιρετική. Τόσο σε ποσότητα παρεμβάσεων όσο, κυρίως, σε ποιότητα. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος που ασκούμε είναι συνεχής, έχουμε καταθέσει τις περισσότερες ερωτήσεις από κάθε άλλη κοινοβουλευτική ομάδα.
Πρέπει να σημειώσω επίσης ότι ο πρόεδρος της Κ.Ο., ο σ. Σωκράτης Φάμελλος, αποδείχθηκε εξαιρετική επιλογή. Είναι συλλογικός, με καθημερινή παρουσία στη Βουλή, παρεμβατικός με πολύ ξεκάθαρο πολιτικό λόγο. Αρα, ρητά σας λέω ότι οι οποιεσδήποτε «κομματικές αρρυθμίες» δεν επηρεάζουν ούτε κατ’ ελάχιστον το κοινοβουλευτικό μας έργο. Βεβαίως, με τη μιντιακή υπεροπλία που διαθέτει η Ν.Δ. αυτή η δουλειά δεν φαίνεται, δεν φτάνει στην κοινωνία, τουλάχιστον στον βαθμό που θα θέλαμε. Καλούμαστε λοιπόν να δώσουμε και αυτή τη μάχη, να ενημερώσουμε δηλαδή τους πολίτες για τη δουλειά που γίνεται στο Κοινοβούλιο από πλευράς Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
● Η συνάντηση ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, ίσως και άλλων κομμάτων, είναι μονόδρομος; Και, από την άλλη, δεν συνιστά ομολογία ήττας για κάθε ένα από τα κόμματα αυτά;
Ειδικά μετά τις εκλογές και τη μεγάλη πτώση της Ν.Δ., που δεν συνοδεύτηκε όμως από ανάλογη αύξηση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. αλλά ούτε και του ΠΑΣΟΚ, υπάρχει μια μεγάλη αγωνία στον κόσμο της προοδευτικής παράταξης. Διαρκώς, όπως σας προανέφερα, εισπράττουμε την εναγώνια προσταγή «Κάντε κάτι». Και θεωρώ ότι οφείλουμε να κάνουμε όχι απλώς κάτι, αλλά κυριολεκτικά τα πάντα προκειμένου να απαντήσουμε στην αγωνία των πολιτών. Ηδη ο Στ. Κασσελάκης έθεσε το πλαίσιο κατά την ομιλία του στην Κ.Ο. του κόμματος. Σύγκλιση, συναντίληψη, κοινές πρωτοβουλίες τόσο σε κοινοβουλευτικό όσο και σε κοινωνικό κινηματικό επίπεδο. Να υπάρξει διαδικασία σύγκλισης και στη συνέχεια να δούμε τα επόμενα βήματα.
Το να αντιλαμβανόμαστε ως κόμμα την ανάγκη αλλαγών, να αφήνουμε στην άκρη βεβαιότητες, να ξανοιγόμαστε σε άγνωστα νερά δεν είναι ομολογία ήττας αλλά το αντίθετο. Είναι ανάληψη ευθύνης μπροστά στα αδιέξοδα της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Οι πολίτες δεν θα μας συγχωρήσουν την απραξία…
