Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα είναι σχεδόν πια καθημερινές οι ειδήσεις με άγρια περιστατικά βίας όπου -είτε ως θύτες είτε ως θύματα- πρωταγωνιστούν ανήλικοι. Εντελώς ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά πρόσφατα περιστατικά. Μόλις προχθές προφυλακίστηκε 16χρονο κορίτσι που επιτέθηκε με μαχαίρι σε 19χρονη έξω από νυχτερινό κέντρο στον Πειραιά. Την Παρασκευή 28/6 στη Θεσσαλονίκη ένας 15χρονος δέχτηκε επίθεση από δύο συνομηλίκους του με αποτέλεσμα να διακομιστεί στο νοσοκομείο.
Το Σάββατο 29 Ιουνίου, στον Βόλο, ακόμα ένας 15χρονος βρέθηκε στο νοσοκομείο ύστερα από επίθεση που δέχτηκε από τρεις συνομηλίκους του. Πριν από λίγες μέρες στην Κοζάνη τέσσερις ανήλικοι συνελήφθησαν από την αστυνομία γιατί λήστεψαν έναν έφηβο.
Κι αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν σχετικά «ήπια» περιστατικά, αφού τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί γεγονότα που με την πρωτόγνωρη βιαιότητά τους σοκάρουν την ελληνική κοινωνία.
Περισσότερα από 10.700 περιστατικά παραβατικότητας ανηλίκων απασχόλησαν την Αστυνομία το 2023 –δηλαδή 29 περιστατικά κάθε μέρα. Αν κανείς παραμείνει μονάχα στα δημοσιεύματα, η καθημερινότητα των παιδιών μοιάζει να γίνεται όλο και πιο βίαιη.
Ωστόσο η επιστημονική άποψη μάλλον είναι ενθαρρυντική –μπορεί τα περιστατικά να είναι πολύ έντονα και πρωτοφανή κάποιες φορές στην αγριότητά τους, ωστόσο η βία δεν έχει γίνει ενδημικό στοιχείο της νεανικής ζωής.
«Ενα παιδί που ασκεί βία είναι η απόδειξη της αποτυχίας των ενηλίκων που θα έπρεπε να του είχαμε δείξει έναν άλλο δρόμο» | Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος
Ο Γιώργος Νικολαΐδης είναι ψυχίατρος, διευθυντής Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας στο Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού. Αναλύοντας τα στατιστικά στοιχεία σε ημερίδα για τη νεανική βία και παραβατικότητα τόνισε πως «στην Ελλάδα όντως υπάρχει μια αύξηση της ανήλικης παραβατικότητας, αλλά αυτή έχει ήδη συντελεστεί από το 2012, 2013, 2014 και από εκεί και πέρα τα νούμερα είναι μάλλον στάσιμα, ίσως και πτωτικά το 2021.
Η μεγάλη δηλαδή αύξηση σημειώθηκε στον «κολοφώνα» της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας 2010-2020. Παράλληλα, συγκρίνοντας με τα ευρωπαϊκά στοιχεία, βλέπουμε ότι η Ελλάδα και η Κύπρος είναι από τις χαμηλότερες χώρες στην εγκληματικότητα των εφήβων μαζί με τις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες σε σχέση με τις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης». Ωστόσο, όπως είπε ο έμπειρος γιατρός, πιο ανησυχητικά από τα ποσοτικά στοιχεία είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των περιστατικών που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, αφού «έχουν μια σκληρότητα που δεν τη βλέπαμε πριν από 10-15 χρόνια».
Ο κ. Νικολαΐδης υπογράμμισε πως το πρώτο πράγμα που πρέπει να αναλογιστούμε είναι «τι έχει να θυμάται ένα παιδί σήμερα στην Ελλάδα από τη βιωμένη ζωή του». Κι όπως εξήγησε «ένας έφηβος σήμερα στα 15-16 θυμάται από το 2010-2011 και μετά οικονομική κρίση. Αγωνία και άγχος στην οικογένεια. Και μετά από λίγο: υγειονομική κρίση, φόβος αρρώστιας, θανάτου. Και μόλις τελείωσε η υγειονομική κρίση ξανάρχισε μια νέα οικονομική – γεωπολιτική.
Τι έχει να θυμάται λοιπόν ένα παιδί; Μόνο επικείμενα δεινά και κινδύνους. Μόνο απειλή. Δεν έχει μνήμες από μια θετική ενατένιση του μέλλοντος». Ετσι, για να μειωθεί ουσιαστικά ο κίνδυνος από την αναλγησία που δείχνουν τα παιδιά μεταξύ τους ή στους άλλους, «πρέπει να υιοθετήσουμε μια διαφορετική οπτική για το πρόβλημα, που να βλέπει τη βία που ασκείται από τα παιδιά ως μια υποπερίπτωση της βίας που δέχονται τα παιδιά, μια υποπερίπτωση της κακοποίησης, της παραμέλησης, της θυματοποίησης των παιδιών. Ενα παιδί που ασκεί βία είναι η απόδειξη της αποτυχίας των ενηλίκων που θα έπρεπε να του είχαμε δείξει έναν άλλο δρόμο».
Η Πανελλήνια Ερευνα του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας, Νευροεπιστημών και Ιατρικής Ακριβείας «Κώστας Στεφανής» για τις Συμπεριφορές που Συνδέονται με την Υγεία των έφηβων-μαθητών εκπονείται από το 1998 ανά 4ετία ως το εθνικό σκέλος του διεθνούς ερευνητικού προγράμματος Health Behaviour in School-aged Children υπό την αιγίδα του ΠΟΥ. Στην έρευνα του 2022 συμμετείχαν 6.250 μαθητές της ΣΤ’ Δημοτικού, της Β’ Γυμνασίου και της Α’ Λυκείου. Με πολλά σκέλη -που αφορούν από το οικογενειακό περιβάλλον μέχρι το κάπνισμα και την αναγνωστική συμπεριφορά- η έρευνα αυτή είναι μια πολύτιμη «φωτογραφία» της στιγμής των νιάτων της χώρας, αλλά και ένας οδηγός για να κατανοήσουμε καλύτερα τα παιδιά πριν γράψουμε ευπώλητες -και συχνά παραπάνω τρομακτικές από όσο είναι- ειδήσεις.
Σύμφωνα λοιπόν με την έρευνα, αν και την 4ετία 2018-2022 διπλασιάστηκε το ποσοστό του ηλεκτρονικού εκφοβισμού, την 8ετία 2014-2022 μειώθηκε σταδιακά το ποσοστό των εφήβων που ενεπλάκησαν σε βίαιους καβγάδες, φτάνοντας το 2022 στη χαμηλότερη τιμή της τελευταίας 20ετίας. Οπως σημειώνουν οι ερευνητές, σε όλους τους δείκτες της επιθετικής συμπεριφοράς και του εκφοβισμού η Ελλάδα βρίσκεται κοντά ή/και κάτω από τον μέσο όρο των συνολικά 41 χωρών που συμμετέχουν στο διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα HBSC/WHO. Παρ’ όλα αυτά τα ευρήματα δεν είναι για να εφησυχάζουμε, αλλά μάλλον μας καλούν να προβληματιστούμε και να κινητοποιηθούμε. Οι συνήθεις θύτες είναι τα αγόρια, που εμπλέκονται σε βίαιους καβγάδες και κάνουν μπούλινγκ στους συμμαθητές τους, ενώ θύματα πέφτουν τόσο αγόρια όσο και κορίτσια.
Οι έφηβοι από οικογένειες χαμηλότερου οικονομικού επιπέδου αναφέρουν σε υψηλότερο ποσοστό ότι υπέστησαν εκφοβισμό με χρήση άσχημων χαρακτηρισμών για την εθνικότητα, τη φυλή και το χρώμα του δέρματος και τη θρησκεία τους. Η έρευνα αναδεικνύει όμως μια πολύ ενδιαφέρουσα ταξική παράμετρο: οι έφηβοι από οικογένειες υψηλότερου οικονομικού επιπέδου αναφέρουν σε υψηλότερο ποσοστό ότι ενεπλάκησαν πρόσφατα σε βίαιους καβγάδες και λένε επίσης ότι ασκούν σε άλλους ηλεκτρονικό εκφοβισμό.
? Το άρθρο αυτό γράφτηκε στο πλαίσιο του προγράμματος PULSE, μιας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας που διευκολύνει τη διεθνή δημοσιογραφική συνεργασία και στην οποία συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα στην Ελλάδα η «Εφ.Συν.». Για το ρεπορτάζ αυτό συνεργάστηκαν οι Ana Somavilla (El Confidencial – Ισπανία), Samuil Dimitrov (Mediapool.bg – Βουλγαρία), Francesca Barca (Vox Europe – Γαλλία)
