Από τον Αναγνωστάκη και τον Βουρνά έως τον Χωμενίδη, πλείστοι διανοητές, κριτικοί και συγγραφείς ασχολήθηκαν κατά καιρούς με την περίπτωση Καραγάτση -κάποιοι κρημνιστικά. Υπήρξε μάλιστα και πιο πρόσφατα, πέρυσι, στο παρθενικό τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού «Βλάβη» (εκδ. «Αντίποδες»), σχετικό άρθρο του Κώστα Σπαθαράκη («Εγκλιματισμός στον Μ. Καραγάτση») που κατέληγε να ανιχνεύσει στο έργο του «αγοραίο αντιχριστιανισμό», «βαθύ αντιδιανοουμενισμό», «επίδειξη μιας αισθητίζουσας πνευματικότητας», «αφελή ελληνολατρία», «προσκόλληση στις έννοιες της ράτσας και του βιολογικού ντετερμινισμού», «φασίζοντα βιταλισμό και αρρενωπή ζωτικότητα έναντι της θηλυκής διανόησης και της ερμαφρόδιτης ηθικής» κ.α. Τίποτα ωστόσο από αυτά δεν προκάλεσε την καταιγίδα της «Καραγατσιάδας» που ξέσπασε το τριήμερο του «Αγίου Πνεύματος», μετά τη δημοσίευση από την 32χρονη συγγραφέα Ρένα Λούνα στη στήλη της (Lifo) του άρθρου «Η πατριαρχία δεν φύτρωσε μόνη της: Η “Μεγάλη Χίμαιρα” και οι έμφυλες ταυτότητες».
Η κ. Λούνα, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου στο -boomer- Facebook που ρέπει σε διχασμούς και πολώσεις, εισέπραξε μάλιστα και -αυτονόητα καταδικαστέες- χυδαίες, προσωπικές επιθέσεις. Αλλού πυροδότησε κι έναν, ενδιαφέροντα νομίζω, «καβγά». Γιατί όμως τόσοι ασχολήθηκαν με το δικό της κείμενο; Ηταν ότι μια γυναίκα τόλμησε να αντιπαρατεθεί με αυτό το λογοτεχνικό «ιερό και όσιο»; Μα το είχε κάνει παλαιότερα κι η Δούκα ή η Κοτζιά. Ηταν ότι ως νεοεκδοθείσα συγγραφέας είναι γνωστότερη για τη στήλη της – στήλη συχνά «οξεία» στο όνομα του φεμινισμού; Δεν ξέρω. Είναι ότι η άποψή της διατυπώθηκε σχεδόν ως -ατεκμηρίωτο- θέσφατο; Πιθανώς. Ηταν κυρίως ο στόχος της, όπως διαφαινόταν από τον υπότιτλο: «Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης, έστω με τους λογοτέχνες, μπορεί να σταματήσει εδώ».
Αυτή η φράση «ακούμπησε» στο κίνημα της cancel culture που τα τελευταία χρόνια διώκει από τον Σέξπιρ μέχρι τον Ουελμπέκ, ζητώντας υποδειγματική «ποινή» όπως την επανέκδοσή τους χωρίς τα -ιδεολογικά «ύποπτα» για τις σύγχρονες κατακτήσεις- χωρία. Λογοκρισία δηλαδή ελλείψει εμπιστοσύνης στον αναγνώστη. Να κι η βασική διαφορά με τον Σπαθαράκη που περιορίστηκε να προειδοποιήσει ότι το τίμημα του αναγνώστη του Καραγάτση είναι ότι «εγκλωβίζεται σε έναν κόσμο που είναι συγχρόνως εξοργιστικά οικείος και θεαματικά δυσάρεστος και από τον οποίο δεν υπάρχει καμία διαφυγή». Σ’ όλο του το κείμενο ο ίδιος δεν φαινόταν παρ’ όλα αυτά να δηλώνει εθελοντής μιας αποστολής που θα μας αρπάξει ξαφνικά τον Καραγάτση απ’ τα χέρια.
