Στην αρχαία Μεσσήνη, την πόλη που πήρε το όνομά της από τη μυθική βασίλισσα και ιδρύθηκε όταν οι εξεγερμένοι Μεσσήνιοι κατάφεραν να απελευθερωθούν από τη μακραίωνη κατοχή των Σπαρτιατών το 369 π.Χ., τα ξερά χόρτα χρυσαφίζουν στον ήλιο πριν αυτός κρυφτεί πίσω από τα βουνά στη δύση, ενώ μια ολόκληρη πολιτεία ξεδιπλώνεται μπροστά σου: το αρχαίο θέατρο, η κρήνη της Αρσινόης, διάσπαρτοι κίονες σε συμπλέγματα που μαρτυρούν την αλλοτινή παρουσία κτιρίων, το Ασκληπιείο… Λίγο πριν φτάσεις στον προορισμό σου, στο Εκκλησιαστήριο-Ωδείο, χώρο θρησκευτικό και πολιτικό άλλοτε μα και σήμερα που το όραμα συναντά μια εκδήλωση πολιτισμού στο ίδιο ακριβώς σημείο, σε υποδέχονται ήχοι εγχόρδων, χορδίσματα και μικρά φτερουγίσματα μουσικής. Στο κέντρο της περίκλειστης από τις κερκίδες μικρής σκηνής, ανάμεσα από αναλόγια, παρατηρείς αυτό το, μαγικού ήχου, κομψό όργανο με τις δύο σειρές πλήκτρων, το τσέμπαλο…
Οι μουσικοί, Ελληνες του εξωτερικού, που τους επέλεξε αν όχι ο μεγαλύτερος βιολιστής του κόσμου, ένας από τους καλύτερους, ο Λεωνίδας Καβάκος, για να συνθέσει το σχήμα του Αpollωn Ensemble, δηλαδή ο (ελληνοϊαπωνικής καταγωγής) Νοέ Ινουί και ο Αλέξανδρος Σακαρέλλος με τα βιολιά τους, ο Ηλίας-Ιων Λιβιεράτος με τη βιόλα του, ο Τιμόθεος Γαβριηλίδης-Πέτριν με το βιολοντσέλο του, ο Μιχάλης Σεμσής με το κοντραμπάσο του και ο Ιάσων Μαρμαράς που παίρνει τη θέση του πίσω από το τσέμπαλο, μπαίνουν στη σκηνή από τη δυτική πλευρά του Εκκλησιαστηρίου, μαζί με τον εξάρχοντα βιολιστή. Ξεκινούν να παίζουν. Καθώς αποχωρεί ο ήλιος βάφοντας μοβ τις πλαγιές με τις τελευταίες ακτίνες του, κυριαρχεί ο φωτισμός της σκηνής και ο κορυφαίος με το σχήμα του σε παρασύρει στη θεόπνευστη μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, όπως την αποτύπωσε στα κοντσέρτα του για βιολί, περικλείοντας στη μελωδία τους ό,τι προϋπήρξε μουσικά αλλά και ό,τι έμελλε να ακολουθήσει. Σχεδόν αδυνατείς να πιστέψεις ότι αυτό συμβαίνει στα αλήθεια. Ψάχνεις τις λέξεις για να το περιγράψεις. Μαγεία; Μυσταγωγία; Δεν έχει σημασία.
Από πάνω μας εμφανίζεται το φεγγάρι που γεμίζει, τα περιγράμματα από τις κολόνες σκουραίνουν προτού τα καταπιεί το σκοτάδι… Και αίφνης βρίσκεσαι στην Πολιτεία που ανέσυρε από τα έγκατα της γης ο οραματιστής αρχαιολόγος Πέτρος Θέμελης σε ένα μακρόπνοο έργο ζωής και συνειδητοποιείς ότι παρότι εκείνος «έφυγε» πέρυσι για να σμίξει με τα αστέρια, ετούτη τη βραδιά, που είναι αφιερωμένη στη μνήμη του, βρίσκεται το πνεύμα του εδώ, όπως και το όραμά του για την αρχαία πόλη που «ζει στο παρόν μια δεύτερη ζωή που προοιωνίζεται αιώνια». Τον βλέπουν στις στάλες της βροχής που μας προϋπάντησαν οι συνάδελφοι που τον γνώρισαν. Μου μιλάει γι’ αυτόν στο διάλειμμα το ηλικιωμένο ζευγάρι που κάθεται δίπλα μου. Θυμάμαι τους φίλους που είχαν επισκεφτεί τον χώρο προ δεκαετιών, με τη μικρή τους κόρη, τον συνάντησαν και τους ξενάγησε, με τη μικρή να δηλώνει εκστασιασμένη μετά το ταξίδι: «Θα γίνω αρχαιολόγος» –και μετά από χρόνια να τηρεί την υπόσχεση που έδωσε τότε στον Θέμελη…
Ετσι κι αλλιώς πρόκειται για μια ιστορική συναυλία που βιντεοσκόπησε η μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής ταινιών κλασικής μουσικής στον κόσμο (Unitel) για να υπάρχει ως αρχείο αναφοράς στο μέλλον. Το ημερολόγιο γράφει 11 Ιουλίου 2024. Και μένει με ανεξίτηλα γράμματα στη μνήμη. Το ίδιο και η περιγραφή του ανθρώπου που τόσα έχει προσφέρει στον δημόσιο βίο και στην περιοχή, του Σταύρου Μπένου, ο οποίος στο πρόγραμμα μιλά για το τοπόσημο που ο Θέμελης «μεταμόρφωσε από ερειπιώνα στην καλύτερα σωζόμενη πόλη της Ελληνιστικής περιόδου, παγκοσμίως».
Για τον φίλο του τον Θέμελη ως πηγή έμπνευσης μίλησε ο ίδιος στη συναυλία που κανείς δεν ήθελε να τελειώσει, ούτε ο σπουδαίος αρχιμουσικός κι εξάρχων Καβάκος που έκανε δύο ανκόρ, ούτε βέβαια το κοινό που παραβρέθηκε.
«Οταν είχα συναντήσει τον Θέμελη, είχε ανάμεσα στα αρχαία μια έκθεση μοντέρνας τέχνης… Ηταν ένας ανοιχτόμυαλος άνθρωπος από τον οποίο μάθαινες πολλά», είχε πει ο Καβάκος την προηγούμενη μέρα στη βιντεοκλήση με δημοσιογράφους, εξηγώντας και την επιλογή του Μπαχ για τη συγκεκριμένη συναυλία: «Θεωρώ τη μουσική του Μπαχ πάρα πολύ κοντά στο αρχαιοελληνικό πνεύμα των μεγάλων φιλοσόφων. Είναι δομημένη σχεδόν τόσο τέλεια όσο είναι τα ελληνικά θέατρα και επίσης είναι μια μουσική που παρ’ όλο που γράφτηκε τον 17ο αιώνα αγκαλιάζει όλους τους μεταγενέστερους τρόπους έκφρασης. Η αρχιτεκτονική στη μουσική του Μπαχ, ο τρόπος με τον οποίο συνέθετε είναι εφάμιλλος των αρχαίων ναών και θεάτρων τα οποία είναι απολύτως μαθηματικά ορισμένα.
Υπάρχει η παρεξήγηση υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης, όλοι αυτοί που κάνουν αυτό το τραπ θεωρούνται καλλιτέχνες που “εκφράζονται ελεύθερα”. Είμαστε όλοι υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά ας μην ξεχνούμε ότι κανένα μεγάλο καλλιτεχνικό επίτευγμα δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης έκφρασης. Είναι αποτέλεσμα οργάνωσης σκέψης και μέσα από εκεί προκύπτει η ελευθερία της έκφρασης. Ολο αυτό που έκανε εκείνη την εποχή ο Μπαχ ήταν υπεράνθρωπο […] ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είχε όρια στη δημιουργία. Συνδυάζει τον αυθορμητισμό του αυτοσχεδιασμού και της ελεύθερης έκφρασης μέσα από την απόλυτη μαθηματική κατανομή του υλικού που χρησιμοποιεί κάθε φορά και η οργάνωσή της σε μια σύνθεση είναι εφάμιλλη των αρχαίων μνημείων. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο εφάμιλλο της αρχαίας Μεσσήνης και του Θέμελη που την ανέδειξε. Πίστευε ότι τα αρχαία μνημεία δεν είναι δικά μας, είναι πανανθρώπινα, όσο για εμάς επειδή βρίσκονται σε αυτόν τον τόπο είναι επιπλέον ευθύνη να τα προσέχουμε και να τα αξιοποιούμε», μας είπε ο Λεωνίδας Καβάκος.
Η βούληση του Πέτρου Θέμελη για μία τέτοια συναυλία, σκέψη που υιοθετήθηκε από το Μέγαρο Μουσικής και δεν ευοδώθηκε πέρσι αλλά συζητήθηκε με τον Καβάκο που κατάφερε να τη χωρέσει στο απαιτητικό πρόγραμμά του, η διαρκής αρωγή του Σταύρου Μπένου και οι χορηγοί που στήριξαν το έργο του εμπνευσμένου αρχαιολόγου ήταν η συναστρία που οδήγησε στην πραγματοποίησή της, όπως είπε στους δημοσιογράφους ο πρόεδρος του Μεγάρου Μουσικής Νίκος Πιμπλής το ίδιο βράδυ, μετά την ολοκλήρωση της μυσταγωγίας…
