Πρώτο φετινό μπάνιο την Παρασκευή. Εν Ελλάδι, γιατί το πρώτο πρώτο το έκανα Απρίλιο –μεσοπέλαγα–, σε ξενάγηση, στην Καραϊβική… Πήγα με μετρό, Ηλεκτρικό και τραμ από Νέο Φάληρο. Επιλογή μου να μην πάρω λεωφορείο, λόγω καθημερινής. Ολα μια χαρά, και στο πήγαινε και στο έλα, με ελάχιστες αναμονές και καθιστός.
Στο πήγαινε, στον Φλοίσβο, κάθισε δίπλα μου ένας ηλικιωμένος, συμπαθέστατος φυσιογνωμικά. Φορούσα μάσκα. Δεν φορούσε. «Να περάσω, λίγο…», είπε καλοσυνάτα και με χαμόγελο. «Βεβαίως, βεβαίως… περάστε», είπα και παραμέρισα. Θα τραβιόμουν πιο μέσα, αλλά θα κατέβαινα στην επόμενη στάση. «Είμαι και γέρος!..», συμπλήρωσε, πάλι γελώντας… «Ε, δεν έχουμε και πολλή διαφορά!», είπα, για να το διασκεδάσω.
Με καλοκοίταξε: «Εχουμε… έχουμε!..», είπε με στωική βεβαιότητα. «Φοράω μάσκα…», πρόσθεσα, για να… δείξω ότι η διαφορά δεν φαίνεται. Χωρίς άλλη κουβέντα, πάντα καλοσυνάτα και με απόλυτη αυτοπεποίθηση και αυτεπίγνωση: «Είμαι ενενήντα έξι!», με… αποστόμωσε. «Ε, έχουμε κάποια διαφορά!» τόλμησα μετά τη συντριβή του επιχειρήματός μου και συγχρόνως θαύμασα ζωντάνια· κρατούσε διπλωμένη και μια εφημερίδα και, ειλικρινά, μου ήταν εντελώς αδιάφορο να λοξοκοιτάξω ποια εφημερίδα ήταν· πιθανόν και κάποια από αυτές που διανέμονται δωρεάν από σταντ.
«Και κολυμπάτε;», ρώτησα, εντελώς πλέον διαλυμένος με τον… σεβάσμιο κύριο… σούπερμαν. «Κάθε μέρα!», απάντησε σεμνά και ταπεινά. «Και τώρα για κολύμπι πάω. Μετά θα… πιω και το ουζάκι μου…». Δείλιασα και δεν συνέχισα μαζί του, να δω ώς πού θα την πάει μια καθημερινή του μέρα. Ισως και να ντράπηκα. «Να είστε πάντα έτσι!», του ευχήθηκα. «Χάρηκα που σας γνώρισα. Λυπάμαι, αλλά κατεβαίνω σ’ αυτή τη στάση…».
«Στο καλό!», κατένευσε. «Να έχεις μια καλή μέρα!». Απλά. Ούτε ονόματα ούτε τίποτα το ιδιαίτερο και… ιδιοπαθές! Τυχαία συνάντηση δύο ανθρώπων στο τραμ, σε διαδρομή μίας στάσης, που είχαν ίδιο σκοπό, αλλά προς διαφορετικές παραλίες και με κάποια… διαφορά ηλικίας.
