ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εν είδει «ξενάγησης» στο διηγηματογραφικό σύμπαν της Τρουλλινού, ο καθηγητής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ και πρόεδρος Δ.Ε. των Ιστορικών του Αρχείων, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, σημειώνει μεταξύ άλλων στο προλογικό του σημείωμα:

«Τα διηγήματα της Νίκης Τρουλλινού έρχονται να διασχίσουν ένα πυκνό διάστημα πενήντα, περίπου, χρόνων, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 στο σήμερα, από τη δικτατορία των συνταγματαρχών στη μεταδημοκρατία της οικονομικής κρίσης και στην πανδημία. Σπαρμένα ανάρια στο χωράφι του χρόνου που πέρασε, μοιάζουν μικρές νησίδες γης σε μια κινούμενη άμμο, τα μόνα σταθερά σημεία στο ρέμα της μνήμης που κυλάει κουβαλώντας μαζί φερτά υλικά, προσδοκίες και διαψεύσεις.

»Νησίδες από μια μισοκρυμμένη ήπειρο, εκείνη των πρώτων μας χρόνων που σιγά σιγά σκεπάστηκε από όσα ακολούθησαν. Κι όμως η ήπειρος είναι ακόμη εκεί, και το υπέδαφός της πλούσιο, γεμάτο από τις εμπειρίες της συγγραφέως, αλλά και από εκείνες της γενιάς της. Η Τρουλλινού ανήκει σε μια γενιά που ιστορήθηκε όσο λίγες στη νεοελληνική ιστορία, αλλά και επαινέθηκε και λοιδορήθηκε στον δημόσιο λόγο. Είναι η “γενιά του Πολυτεχνείου”, η γενιά εκείνων των νέων που γέμισαν τα προαύλια των πανεπιστημίων διεκδικώντας ελευθερία και δημοκρατία, που μοιράστηκαν τις ίδιες κινούμενες εικόνες στους κινηματογράφους, που ξεσηκώθηκαν στα ίδια θέατρα, που διάβασαν τα ίδια βιβλία, που ξαγρύπνησαν με τα ίδια όνειρα […]».

Εμείς προδημοσιεύουμε ένα από τα διηγήματα, ευχαριστώντας γι’ αυτό τη Νίκη Τρουλλινού και τις εκδόσεις.

Οργαντίνα διάφανη με κόκκινα από βελούδο τριαντάφυλλα

Μοδίστρα ανωτέρας κλάσεως η κυρία Ισμήνη. Grande couturière, για τις γαλλομαθείς κυρίες της πόλης. Είχε μάθει την τέχνη από την Ικα την Εβραία, στην Κατοχή. Την είχαν κρύψει σπίτι κάτι μήνες οι δικοί της, τις ώρες που έβγαινε από την κρυψώνα η Ικα μάθαινε στο Ισμηνάκι ραπτική. Στον Μασταμπά, έξω από τα βενετσιάνικα τείχη, λίγο μετά το Μαρτινέγκο και τον τάφο του Καζαντζάκη. Τώρα, στα 1967, φτασμένη ράφτρα η Ισμήνη, με το μοδιστράδικο κατ’ οίκον. Ενα σπίτι ισόγειο με κήπο, μαργαρίτες και χρυσάνθεμα, η εποχή το καθόριζε, λίγα σκαλιά κι η σιδερένια πόρτα με την τζαμαρία. Μωσαϊκό πράσινο στο σαλόνι, με μια πόρτα συρόμενη ώς το εργαστήριο. Εκεί στο βάθος μια τυφλή αποθηκούλα, την είχε ζητήσει η Ισμήνη από τον εργολάβο, ευκολία μεγάλη, να παραχώνει ρούχα και σιδερώστρα όταν έρχονται οι πελάτισσες για πρόβα.

Κρατούσα την οργαντίνα μ’ ευλάβεια. Τόσο που την είχα πληρώσει! Αλλά για την Ηλέκτρα δεν θα τσιγκουνευτώ, είπα. Το πρώτο της καλό καλό ρούχο που εγώ της αγόραζα. Τα ακριβά της εξαδέλφης τα πετάω από το μυαλό μου. Κόντευα τα σαράντα που την έπιασα. Εμμηνόπαυση, είπα μέσα μου. Τι εμμηνόπαυση, Λευκοθέα μου, γελούσε ο γιατρός ο Σαριδάκης, έγκυος είσαι, άντε με το καλό. Ετσι ο Δημήτρης μου, ο επονομαζόμενος και Μπεκενμπάουερ, απόκτησε αδερφή. Αν και δεν ξέρω πόσο το χάρηκε τότε.

«Κι ο Αργύρης θα φέρνει από τα καράβια δώρα και σ’ αυτό;» και ξάμωσε με το δάχτυλο την κοιλιά μου. Τέλος πάντων, σκληρός Απρίλης, μαύρος Μάης, αλλά το φουστάνι του παιδιού έπρεπε να ραφτεί. Μόλις μπήκα στο μοδιστράδικο, παράξενο μου φάνηκε, αλλαγμένο.

«Αλλαξες θέση στα έπιπλα, Ισμήνη;»

«Να σου κάνω καφέ», με προσπέρασε η Ισμήνη, μα δεν τ’ απόσωσε. Το κουδούνι κτυπούσε δυνατά. Πρόλαβα να τη δω κίτρινη, χλέμπα ίδια. Μπαίνουν δυο άντρες. Κατάλαβα. Φιλική επίσκεψη, είπαν. Πώς πάει το ραφτάδικο, τι κάνει η γειτονιά, τι γράφει από τη Γυάρο ο αδερφός της, όλα καλά; Και το μάτι τους να γδύνει τοίχους, πατώματα, ταβάνια, μηχανή και σιδερώστρα. Οι καιροί είναι πονηροί, κυρία Ισμήνη, εργατική και ήσυχη γυναίκα αυτή, έτσι; Οχι σαν τον αδερφό της τον συμμορίτη, έτσι; να προσέχει, παιδιά έχει…

«Εγώ σε νοιάζομαι» είπε ο κοντός, «μαζί δεν παίζαμε κοπέλια στον Αϊ-Βλάση;» Ο άλλος, ο βλοσυρός, «έχ’ άλλα δωμάτια του σπίτ’;» ρώτησε με βλάχικη προφορά. «Ναι, βεβαίως, να σας δείξω, από ’δώ η κουζίνα, το δωμάτιο των παιδιών, πίσω ο κηπάκος με το πλυσταριό, να σας το ανοίξω αμέσως», πρόθυμη η Ισμήνη, τους πήρε από το δωμάτιο. Ανοιξα το χαρτί κι έβγαλα την οργαντίνα. Το χέρι μου μουδιασμένο πάνω κάτω στο ύφασμα. Τα δάχτυλα σκάλωναν στα κόκκινα τριαντάφυλλα κι ύστερα πάλι η διάφανη οργάντζα. Πότε φύγανε οι ασφαλίτες, πότε στάθηκε πάνω μου η Ισμήνη, ούτε το κατάλαβα. Σιωπή μακριά. Βαριά μαζί και φλύαρη.

«Να βρούμε τη μόδα, μωρέ Ισμήνη» είπα. «Ή μάλλον ξέρω, νά, ίσιο με λαιμόκοψη, καλό δε θα ’ναι; Κουμπάκια καλύτερα πίσω, θα τα ντύσουμε με το ύφασμα, κάθε κουμπί και τριαντάφυλλο, τι λες και εσύ;»

Απλώσαμε το ύφασμα στον πάγκο της κοπής, πήρε ψαλίδι και καρφίτσες η Ισμήνη, πάλευε την οργαντίνα, έκοβε και σιωπούσε, έπιασε τη βελόνα για το πρώτο τρύπωμα, ωχ, την άκουσα, η δαχτυλήθρα είχε γλιστρήσει κι ο κώλος της βελόνας της τρύπησε το μεσιανό δάχτυλο, μάτωσε το ρούχο, συγγνώμη, Λευκοθέα, την ακούω, συγγνώμη, το ρούχο του παιδιού…

«Μη σε νοιάζει, Ισμήνη μου, ακόμα ένα κόκκινο τριανταφυλλάκι στην οργάντζα μας. Χρειάζεται κι αυτό, δε βλέπεις πόσο ταιριάζει…»

Το εβδομήντα εφτά, το εβδομήντα οκτώ, θα σε γελάσω, έρχεται ο μπαρμπα-Στέλιος από την Πράγα να μας κάνει επίσκεψη. Τον είχα κρύψει στο πλυσταριό της ταράτσας. Το εξήντα εφτά. Τον Απρίλη. Τις πρώτες μέρες. Λίγο. Δεν γινόταν αλλιώς. Υστερα δεν ξέρω πού κρύφτηκε. Κατάφερε ωστόσο κι έφυγε από την Ελλάδα και έφτασε στην Τσεχοσλοβακία, στους δικούς του. Με ρώτησε, ανάμεσα σε άλλα, αν μένει η Ισμήνη η μοδίστρα στο ίδιο σπίτι. Να πάει να τη δει κι αυτήν. Κι ακόμα: «Το φουστανάκι της Ηλέκτρας, η οργαντίνα με τα κόκκινα από βελούδο τριαντάφυλλα, πόσα πλυσίματα άντεξε;» Και γέλασε. Πόσο όμορφα γέλασε.