ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Στασινοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Μαρία Κουτσουνά, με σπουδές στην αρχιτεκτονική, έχει δηλώσει την παρουσία της στη λογοτεχνία ήδη από το 1978: Δύο ποιητικές συλλογές: Με τρυφερότητα και χωρίς προσμονή η μία (1978) και Τέσσερα σημεία στον ορίζοντα, η άλλη (2022) στις εκδόσεις Εκάτη, καθώς και ένα μυθιστόρημα Με μια σταγόνα, στις εκδόσεις Θερμαϊκός (2019). Επανέρχεται τώρα με μία σειρά διηγημάτων, τίτλος: Το παλτό και υπότιτλος 13 παράδοξες ιστορίες.
 

Ο τίτλος παραπέμπει ευθέως στο ομώνυμο κλασικό διήγημα του Ρώσου συγγραφέα Νικολάι Γκόγκολ, που σατιρίζει τη ρωσική γραφειοκρατία, ενώ ο υπότιτλος μας προϊδεάζει ότι έχουμε να κάνουμε με ιστορίες παράλογες, περίεργες, αλλόκοτες, έξω από τη λογική και το συνηθισμένο, το αναμενόμενο. Ισως ακόμη μας προετοιμάζει για τη σύνδεση των αφηγουμένων με τον θρύλο, τον μύθο ή το παραμύθι.

Ολες οι ιστορίες εκτός από τίτλο διαθέτουν και υπότιτλο που εν πολλοίς παραπέμπει στο θέμα τους.

Ηδη από την πρώτη την ομώνυμη με τον τίτλο ιστορία και υπότιτλο: Ανάγκη ή κοκεταρία, φαίνεται η ποιητική ματιά που ρίχνει η συγγραφέας στην καθημερινότητα, παρ’ ότι η αφορμή της έμπνευσης είναι ένα παλτό: «Μαύρο, μακρύ, με μια ελαφριά γυαλάδα, που υπογράμμιζε πως ήταν ολοκαίνουργιο και εγγυάτο την υψηλή του ποιότητα. Σχεδόν σαν μαγνήτης με τράβηξε γεμάτο υποσχέσεις για τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του. Το πλησίασα, το ακούμπησα απαλά και γοητεύτηκα. Κασμίρ! Ο πειρασμός ακατανίκητος. Χωρίς άλλη σκέψη, με άνεση ιδιοκτήτη, το ξεκρέμασα, το φόρεσα και χωρίς βιασύνη έφυγα από το πανεπιστήμιο» (σ. 14-15). Εδώ ο ήρωας κλέβει το παλτό, ενώ στην περίπτωση του Γκόγκολ τού το κλέβουν.

Η Κουτσουνά, αφηγούμενη, μετέρχεται τους τρόπους άλλοτε του παραμυθιού και άλλοτε της λαϊκής αφήγησης, δηλαδή προφορικότητα, απλότητα, εκφραστική λιτότητα και ανθρωπιστική διάθεση. Συχνά η αφήγηση, η οποία κινείται στον κόσμο του υπερφυσικού και του μαγικού, ενσωματωμένη όμως στη ρεαλιστική καθημερινότητα, όχι μόνον ψυχαγωγεί αλλά και διευρύνει τη φαντασία και τις γνώσεις του αναγνώστη.

Πολλοί ήρωές της εμπιστεύονται τη διαίσθηση. Η πραγματικότητα μπερδεύεται με τη φαντασία, το αληθινό εναλλάσσεται με το ψευδές, ενώ ιδιαίτερη σημασία δίνεται στη δύναμη της αλήθειας. Στοιχείο λαϊκής αφήγησης είναι και το ότι αρχίζει να λέει κάτι και το αφήνει ημιτελές με τη δικαιολογία: «αυτό τώρα δεν έχει τόση σημασία», (σελ. 71).

Στο ίδιο λαϊκότροπο ύφος εντάσσονται και οι προσωποποιήσεις των ζώων και των δέντρων. Ενας ταύρος επαναστατεί στο ομώνυμο διήγημα, στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής∙ «Η Μιμή», μια γάτα, σκέπτεται και αισθάνεται σαν άνθρωπος, νιώθει ερωμένη του αφεντικού της ο οποίος, φυσιολογικά, επιλέγει μιαν όμορφη ξανθιά για συντροφιά και η γάτα από τη ζήλια της παίρνει τους δρόμους. Το ίδιο ανθρωπόμορφα σκέπτεται και το αμύγδαλο που γίνεται «Η αμυγδαλιά» στο νεκροταφείο. Αλλά και μία γουρουνοκεφαλή στοχάζεται, στο διήγημα «Η εκδίκηση». Η ανατροπή παραμονεύει συχνά στην εξέλιξη του μύθου, εκεί που δεν την περιμένεις.

Ενα ακόμη από τα διακριτά χαρακτηριστικά της Κουτσουνά είναι το ιδιότυπο χιούμορ της, ενώ η ίδια η συγγραφέας συχνά κάνει αναφορά στη χαρά της αφήγησης. Αλλα εκφραστικά μέσα που ομορφαίνουν και ζωντανεύουν τον λόγο της είναι οι δραστικές της παρομοιώσεις και οι κινηματογραφικής ευκρίνειας εικόνες, όπου οι λεπτομέρειες της περιγραφής υποβάλλουν και τις στήνουν ολοζώντανες μπροστά μας.