Αδέσποτα κορμιά (Ελλάδα, Ελβετία, Ιταλία, Βουλγαρία, 2024, 109’)
• Σκηνοθεσία: Ελίνα Ψύκου
Η Ελίνα Ψύκου σκηνοθετεί το πρώτο της μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, το οποίο βραβεύτηκε με Ειδική Μνεία στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του 26ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (καθώς και Ειδική Μνεία Διεθνούς Αμνηστίας). Πρόκειται για ένα μεγάλο οδοιπορικό ανάμεσα σε τέσσερις χώρες (Μάλτα, Ιταλία, Ελλάδα, Ελβετία) μέσα από το οποίο η σκηνοθέτρια προσπαθεί να «ανοίξει» έναν ειλικρινή διάλογο για επίμαχα ζητήματα, όπως το δικαίωμα στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία, την έκτρωση και τη θεραπεία εξωσωματικής γονιμοποίησης, που απασχολούν πολλούς πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, και ταυτόχρονα να τα αναδείξει μέσα από την κινηματογράφηση τριών ξεχωριστών ιστοριών.
Των ιστοριών τριών (τεσσάρων ουσιαστικά) γυναικών που διεκδικούν την αυτοδιάθεσή τους και είναι αναγκασμένες να μεταναστεύσουν από τις χώρες τους ώστε να το επιτύχουν. Η Ρόμπιν είναι έγκυος, αλλά η Μάλτα έχει έναν από τους αυστηρότερους νόμους κατά των αμβλώσεων στην Ε.Ε., οπότε πρέπει να ταξιδέψει μέχρι την Ιταλία, ενώ το ζευγάρι των Κατερίνα και Γκάια θέλει να αποκτήσει παιδί μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης και είναι αναγκασμένες να έρθουν στην Ελλάδα λόγω των νομικών περιορισμών που έχει η χώρα τους. Τέλος, υπάρχει η ιστορία της Κικής, που πάσχει από μια ανίατη αρρώστια και θέλει να πεθάνει με αξιοπρέπεια, αναζητώντας τρόπους για υποβοηθούμενη αυτοκτονία (ευθανασία) σε άλλες χώρες.
Η τελευταία ιστορία δημιουργεί και ένα νέο μονοπάτι μέσα στην ταινία που μας οδηγεί στην Ελβετία σε μια άλλη περίπτωση υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, εξερευνώντας περαιτέρω, μέσα από συνεντεύξεις γιατρών και ειδικών, το θέμα της ευθανασίας και τα πολύπλοκα ζητήματά της. Η Ψύκου χειρίζεται με απόλυτη ευαισθησία αυτές τις ιστορίες, χωρίς να τις εκμεταλλεύεται προς χάρη της αφήγησής της, αλλά αφήνει πολλές φορές την εικόνα να «μιλήσει», χωρίς να επεμβαίνει. Προσεγγίζει τις πρωταγωνίστριές της με όρους καθαρά ανθρώπινους, τις αφήνει να μιλήσουν, να πουν την ιστορία τους και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, ξετυλίγοντας ένα αφηγηματικό κουβάρι που στο τέλος το νήμα του οδηγεί σε ό,τι θέλει η σκηνοθέτις ν’ αναδείξει πρώτα απ’ όλα: την ανάγκη της σωματικής αυτονομίας και το δικαίωμα του Ευρωπαίου πολίτη να μπορεί στη χώρα του να έχει τα ίδια δικαιώματα με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς να χρειαστεί να μεταναστεύσει για να βρει το δίκιο του.
Το ντοκιμαντέρ από την αρχή δεν διατυμπανίζει ότι θα δώσει απαντήσεις στα θέματά του, δεν προσπαθεί να πείσει τι είναι σωστό και τι όχι και δεν παίρνει θέση (τουλάχιστον όχι φανερά) σε αυτά τα σοβαρά ζητήματα. Τουναντίον η Ψύκου κάνει το επιπλέον βήμα και συμπεριλαμβάνει μέσα στο ντοκιμαντέρ της και αντίθετες φωνές, όσων δηλαδή διαφωνούν με τις επιλογές των ηρωίδων της, δίνοντάς τους τον χώρο να μιλήσουν και να ακουστούν τα επιχειρήματά τους -τα οποία κατά κύριο λόγο είναι ισχνά ή δεν είναι καν επιχειρήματα-, καταφέρνοντας με αυτόν τον τρόπο να τους εκθέσει στο κοινό που πρέπει από μόνο του να σκεφτεί, να συζητήσει και να αποφασίσει τι σημαίνει να έχω τον πλήρη έλεγχο του δικού μου σώματος.
Μια artfil, πολυεπίπεδη «Χίμαιρα»
Η νέα ταινία της Αλίτσε Ρορβάχερ είναι ένα παράξενο κράμα φελινικού σινεμά και Γουές Αντερσον, είναι φτιαγμένη δηλαδή από στοιχεία που μοιάζουν ετερόκλητα αλλά χάρη στην ικανότητα της σκηνοθέτριας ενοποιούνται ωραία υπέρ ενός ρομαντικού παραμυθιού
Η Χίμαιρα
(La Chimera, Ιταλία, Γαλλία, Ελβετία, 2023, 133’)
Σκηνοθεσία: Αλίτσε Ρορβάχερ
Ηθοποιοί: Τζος Ο’ Κόνορ, Κάρολ Ντουάρτε, Βιντσέντζο Νεμολάτο
Η νέα ταινία της Αλίτσε Ρορβάχερ, η οποία το 2023 είχε λάβει υποψηφιότητα για Οσκαρ στην κατηγορία Μικρού Μήκους για την ταινία «Οι μαθητές» («Le Pupille»), είναι ένα παράξενο κράμα φελινικού σινεμά και Γουές Αντερσον, που καταφέρνει παρά την ιδιαίτερη φόρμα του να σε κερδίσει.
Η ιστορία που μοιάζει να διαδραματίζεται τη δεκαετία του ’80, αν και ο χρόνος είναι κάτι ρευστό μέσα στην αφήγηση, επικεντρώνεται στον Αρθουρ, έναν αρχαιολόγο που μόλις έχει βγει από τη φυλακή και επανασυνδέεται με την παλιά του συμμορία τυμβωρύχων. Τους βοηθάει να βρίσκουν ετρουσκικούς τάφους και μαζί τους λεηλατούν, συγκεντρώνοντας αρχαίους θησαυρούς για πούλημα.
Ομως τον Αρθουρ δεν τον ενδιαφέρουν τα χρήματα, θέλει μόνο να βρει πάλι τη χαμένη του αγάπη, την Μπενιαμίνα. Η «Χίμαιρα» είναι μια ταινία που μέσα της περικλείει τόσες πολλές θεματικές και διαφορετικά κινηματογραφικά είδη που ο τίτλος είναι απόλυτα ταιριαστός: η ταινία έχει κατασκευαστεί από τόσα ετερόκλητα στοιχεία που μοιάζει στο τέλος με Χίμαιρα.
Η Ρορβάχερ όμως είναι τόσο ικανή σκηνοθέτις που καταφέρνει όλα αυτά τα στοιχεία να τα ενοποιήσει και να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό έργο. Με μια πρώτη ματιά η ταινία είναι μια κωμωδία φαντασίας, ένα ρομαντικό παραμύθι, που πολλές φορές «παίζει» και με τον ίδιο τον θεατή, με τους χαρακτήρες να «σπάνε» τον τέταρτο τοίχο και να μιλούν απευθείας στην κάμερα, έχοντας πρωταγωνιστή έναν ατημέλητο, λιγομίλητο αντι-ήρωα, με έναν εξαιρετικό Τζος Ο’ Κόνορ («Peaky Blinders») να τον ενσαρκώνει. Ομως η πολυεπίπεδη αφήγηση ξεδιπλώνει σιγά σιγά μια ιστορία που έχει κατασκευαστεί για να κρύβει μέσα της συμβολισμούς αλλά κι ένα πολιτικό σχόλιο πάνω στην εκμετάλλευση του αρχαίου πολιτισμού, όχι μόνο από τους τυμβωρύχους, αλλά και από νόμιμους φορείς, που καταφεύγουν πολλές φορές στην αγορά κειμηλίων από παράνομες ανασκαφές.
Η Ρορβάχερ με τη βοήθεια της διευθύντριας φωτογραφίας Ελέν Λουβάρ -που εμφανώς έχει επηρεαστεί από τον Γιαν Τσούρικ («Η Βαλερί και η εβδομάδα των θαυμάτων»)- χρησιμοποιεί πολλαπλά film format (35mm, 16mm), αλλάζοντας αρκετά συχνά το μέγεθος του κάδρου, την ποιότητα της εικόνας, καθώς και τις φωτιστικές συνθήκες και, σε συνδυασμό με απαλά χρώματα και γήινους τόνους, δίνει στην ταινία της ένα ξεχωριστό χρώμα που ενισχύει την ονειρική, φαντασιακή ατμόσφαιρα που χτίζει με την αφήγησή της. Η ταινία συνδέει με έναν ξεχωριστό τρόπο τον πάνω με τον κάτω κόσμο. Το βασίλειο των νεκρών και το βασίλειο των ζωντανών, που περιφέρονται σε ένα σχεδόν εγκαταλελειμμένο μέρος, ανάμεσα σε ερείπια, προσκολλημένα στις αναμνήσεις, προσπαθώντας να «ξεθάψουν» μέσα από την άμμο του χρόνου εποχές που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
Το αγόρι του Θεού
(Rapito, Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, 2023, 125’)
Σκηνοθεσία: Μάρκο Μπελόκιο
Ηθοποιοί: Πάολο Πιερομπόν, Φάουστο Ρούσο Αλέσι, Μπάρμπαρα Ρόντσι
Ο διάσημος Ιταλός σκηνοθέτης Μάρκο Μπελόκιο («The Traitor») σκηνοθετεί μια ταινία βασισμένη στην αληθινή ιστορία του 1858 όταν με εντολή του καρδινάλιου οι στρατιώτες απάγουν από την εβραϊκή του οικογένεια τον επτάχρονο Εντγκάρντο – καθώς σύμφωνα με μια μαρτυρία το παιδί είχε βαφτιστεί χριστιανός και έτσι βάσει παπικού νόμου δεν μπορούσε πλέον να ζει με την αλλόθρησκη οικογένειά του. Οι γονείς θα κάνουν τα πάντα για να πάρουν πίσω τον γιο τους και, με την υποστήριξη της κοινής γνώμης και της διεθνούς εβραϊκής κοινότητας, ο αγώνας τους παίρνει γρήγορα πολιτική διάσταση, απειλώντας να ανατρέψει τις πολιτικές ισορροπίες. Ομως, η Εκκλησία και ο Πάπας αρνούνται να συναινέσουν στην επιστροφή του παιδιού.
Ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα κλασικό μελόδραμα στο οποίο προσπαθεί να παρουσιάσει το σκληρό πρόσωπο της Καθολικής Εκκλησίας που εξουσίαζε με βάναυσο τρόπο τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων και να προβεί σε ένα καυστικό πολιτικό σχόλιο, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί μια ψυχογραφία των πρωταγωνιστών.
Η μουσική του Φάμπιο Μάσιμο Καπογκρόσο λειτουργεί άψογα, καθώς και η φωτογραφία του Φρανσέσκο ντι Τζάκομο που δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Αυτά τα στοιχεία όμως δεν μπορούν να εναρμονιστούν με την κάπως τυπική σκηνοθεσία του Μπελόκιο που δεν δείχνει να θέλει να πρωτοτυπήσει. Αντιθέτως κινείται σε γνώριμα αφηγηματικά νερά αδυνατώντας να εκμεταλλευτεί τα μελοδραματικά στοιχεία προς όφελός του, παραδίδοντας στο τέλος μια ταινία που καταφεύγει στην υπερβολή και σε κάποια σημεία στη στερεοτυπική αναπαράσταση των πρωταγωνιστών της.
Dolls of Dresden
(Ελλάδα, Γερμανία, 2023, 98’)
Σκηνοθεσία: Αλέξης Τσάφας
Ηθοποιοί: Χριστίνα Σωτηρίου, Αλεξία Μπεζίκη, Γιώργος Γλάστρας, Σωτήρης Ψαλτίδης, Helga Werner, Peter Meinhardt, Carlotta Bähre, Αrndt Schwering-Sohnrey, Aκύλλας Καραζήσης
Η Αννα είναι μια νέα, αντισυμβατική δημοσιογράφος που ζει στη Θεσσαλονίκη. Η γεννημένη στη Δρέσδη Lophilia είναι μια ζωγράφος που με τον αιρετικό τρόπο ζωής της και την τέχνη της εντυπωσιάζει και προκαλεί. Η τυχαία συνάντηση των δύο γυναικών θα εξελιχθεί σύντομα σε μια βαθιά ερωτική σχέση με την προοπτική δημιουργίας οικογένειας. Η ταινία συμμετείχε στο 64ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης – όπου το soundtrack του Γιάννη Κονσολάκη απέσπασε βραβείο «Καλύτερης μουσικής».
Αγώνας για τη δόξα
(Race for Glory, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία, 2024, 109’)
Σκηνοθεσία: Στέφανο Μορντίνι
Ηθοποιοί: Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Φόλκερ Μπρουχ, Ντάνιελ Μπρουλ
Εμπνευσμένο από τα απίστευτα αληθινά γεγονότα που έγιναν κατά το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ράλι του 1983 και τον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ Γερμανίας (Audi) και Ιταλίας (Lancia), το «Αγώνας για τη δόξα» είναι μια πραγματική «Δαβίδ εναντίον Γολιάθ» ιστορία.
Γκοτζίλα x Κονγκ: Η νέα αυτοκρατορία
(Godzilla x Kong, ΗΠΑ, 2024, 115’)
Σκηνοθεσία: Ανταμ Γουίνγκαρντ
Ηθοποιοί: Νταν Στίβενς, Μπράιαν Ταϊρί Χένρι, Ρεμπέκα Χολ
Ο τρομακτικός Γκοτζίλα και ο παντοδύναμος Κονγκ συμμαχούν για να αντιμετωπίσουν μια κολοσσιαία, ανεξερεύνητη απειλή κρυμμένη μέσα στον κόσμο μας, που βάζει σε κίνδυνο την ύπαρξή τους και τη δική μας. Συνέχεια της ταινίας «Γκοτζίλα εναντίον Κονγκ» (2021).
Baghead: Η μάγισσα των νεκρών
(Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, 2024, 94’)
Σκηνοθεσία: Αλμπέρτο Κόρεντορ
Ηθοποιοί: Φρέγια Αλαν, Τζέρεμι Ιρβιν, Πίτερ Μάλαν
Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η Ιρις Λαρκ (Φρέγια Αλαν) κληρονομεί μια ερειπωμένη παμπ και δένεται άρρηκτα με μια οντότητα που κατοικεί στο υπόγειο -την Baghead- και μπορεί να παίρνει τη μορφή αυτών που έχουν φύγει. Εκείνη το εκμεταλλεύεται έναντι αμοιβής, προσελκύοντας κόσμο που έχει χάσει τους δικούς του, δίνοντάς τους δύο λεπτά με την Baghead. Σύντομα όμως ανακαλύπτει ότι αυτή η επικοινωνία έχει τρομακτικές συνέπειες.
