ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Νούτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συνεχίζω από εκεί που μείναμε, μια και η «επέτειος» δεν συνιστά μια μονοκονδυλιά. Ητοι: η ιδέα της αντικειμενικότητας του εξωτερικού κόσμου, εκτός από την αναγωγή του μαρξισμού σε κοινωνιολογία και τη συμμόρφωση της τυπικής λογικής προς τις μεθόδους των φυσικών επιστημών, συνεκφέρεται με την παραδοχή κάθε «συστηματικής φόρμουλας» που επιβάλλεται ως «εξωιστορική» αλήθεια. Αυτός ο «θετικιστικός αριστοτελισμός» ευδοκιμεί ενόσω η ιστορική διαλεκτική αντικαθίσταται από τον νόμο της αιτιότητας που εξουδετερώνει την «υπέρβαση» («superamento») της πράξης, μια και το αποτέλεσμα «μηχανικά» δεν μπορεί να ξεπεράσει την αιτία ή το «σύστημα των αιτιών» που το προκαλεί. Ετσι η «επίπεδη» και «χυδαία» εκδίπλωση του εξελικτικισμού και η σύστοιχη μεταφυσική αναζήτηση της «τελικής αιτίας» προβάλλουν στο εγχειρίδιο του Μπουχάριν ως «αναποδογυρισμένος ιδεαλισμός», καθόσον οι εμπειρικές έννοιες και ταξινομίες υποκαθιστούν τις «θεωρησιακές» («speculative») κατηγορίες εξίσου αφηρημένα και αντιιστορικά.

Ο Gramsci μνημονεύει τις μαρξικές θέσεις για τον Feuerbach με την πρόθεση να δείξει πόσο «παιδαριώδης» είναι η απαίτηση να προβλεφθούν τα ιστορικά γεγονότα στο όνομα της κανονικότητας που τα διέπει. Επιστημονικά μπορεί να γνωσθεί από πριν η «μάχη» και όχι οι συγκεκριμένες στιγμές της που διαδραματίζονται με τη διαρκή κίνηση αντιτιθετικών και ρευστών δυνάμεων. Η πρόβλεψη προϋποθέτει τη συμμετοχή στην επίτευξη του «προβλεφθέντος» αποτελέσματος και για τούτο μεταβολίζεται σε «πρακτική ενέργεια» που δεν εξοβελίζει βέβαια από το ιστορικό σύμπαν τη «δυνατότητα του λάθους», γεγονός άλλωστε που επιβάλλεται να βεβαιωθεί και να νομιμοποιηθεί σε αντίθεση με το «μηχανιστικό» ιστορικό υλισμό που αποκλείει αυτή τη δυνατότητα, εξαρτώντας άμεσα κάθε πολιτική πράξη από τη «βάση» («struttura»).

Η εξιχνίαση ορισμένων γενικότερων «νόμων τάσης», που αντιστοιχούν στην πολιτική με τους στατιστικούς νόμους, διευρύνει την οπτική της «φιλοσοφίας», δηλαδή της μεθόδου με την οποία αναγνωρίζεται η «individualità» των ιστορικών γεγονότων, χωρίς ωστόσο να ενισχύει τη «διανοητική αδράνεια» και την «προγραμματισμένη ελαφρότητα» που εκμηδενίζουν την ιστορική πρωτοβουλία της πολιτικής πράξης. Αν η «ατομικότητα» συνοψίζει τις σχέσεις στις οποίες μετέχει ο άνθρωπος, τότε η «natura umana» διαμορφώνεται μέσω της μεταβολής των κοινωνικών σχέσεων που αρνούνται τον άνθρωπο «in generale».

Εντελώς διαφορετική εμφανίζεται η σύλληψη της ιστορίας στο «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» που, έστω και δευτερευόντως, συνάγεται από την ιδέα της «αντικειμενικής νομοτέλειας της φύσης» και της «κατά προσέγγισης ορθής της αντανάκλασης» στον εγκέφαλο του ανθρώπου. Η βούληση και η συνείδησή του «αναπόδραστα» και «αναγκαία» πρέπει να συμφωνούν με την «αναγκαιότητα της φύσης» καθώς επίσης η κυριαρχία πάνω στη φύση δεν μπορεί παρά να προκύψει ως προϊόν «μιας αντικειμενικά ορθής αντανάκλασης των φαινομένων και των διεργασιών» της, δηλαδή μιας «αντανάκλασης» που συνιστά «απόλυτη» και «αιώνια» αλήθεια. Με τον ίδιο τρόπο η κοινωνική συνείδηση «αντανακλά» το κοινωνικό Είναι με μια διαδικασία που αποτελεί ένα «κατά προσέγγιση ορθό αντίγραφο» του αντικειμένου: το «ύψιστο καθήκον της ανθρωπότητας» αφορά την κατανόηση της «αντικειμενικής λογικής της οικονομικής εξέλιξης» στα «γενικά θεμελιακά της γνωρίσματα» και συνακόλουθα την προσαρμογή σ’ αυτήν «ευκρινέστερα, καθαρότερα και κριτικότερα» της κοινωνικής συνείδησης.

Η απόφανση του Gramsci ότι ο άνθρωπος είναι ουσιαστικά «πολιτικός», εφόσον η δραστηριότητά του για να μεταβάλει και να διευθύνει «συνειδητά» τους άλλους ανθρώπους πραγματώνει τον «ανθρωπισμό» του, συμπορεύεται με τη διαπίστωση ότι η μετάβαση από την αναγκαιότητα στην ελευθερία τελείται μέσα από την ανθρώπινη κοινωνία «e non per la natura». Μ’ αυτήν την αφετηρία η «φιλοσοφία της πράξης» εξισώνει τον «απόλυτο ιστορικισμό» με τον «απόλυτο ανθρωπισμό», επιτρέποντας στον εαυτό της να προβάλλεται ως «συγκεκριμένη ιστορικοποίηση» της φιλοσοφίας. Για τούτο στην έκφραση «ιστορικός υλισμός» τονίζεται το επίθετο «ιστορικός» και όχι το ουσιαστικό, που έχει «μεταφυσική» καταγωγή. Ο «umanesimo assoluto della storia» τροποποιεί τον ισχυρισμό του Λένιν ότι ο Marx και ο Engels απλώς «επέμεναν περισσότερο στον ιστορικό υλισμό παρά στον ιστορικό υλισμό», δηλαδή στην «υλιστική αντίληψη της ιστορίας» που αποτελεί το επιστέγασμα της «υλιστικής γνωσιοθεωρίας» και του «φιλοσοφικού υλισμού». Από την άλλη πλευρά η άρνηση του Gramsci να συναινέσει στην ανιστορική κατανόηση της επιστήμης, χωρίς δηλαδή την αναγνώριση των ιστορικών προσδιορισμών που συνθέτουν κάθε φορά το ιδεολογικό της «περίβλημα», συνεπάγεται την παραδοχή ότι το πιο σπουδαίο δεν είναι η «αντικειμενικότητα του πραγματικού come tale», αλλά η σχέση του ανθρώπου με την πραγματικότητα. Ο ιστορικός υλισμός χρεώνεται με την εξακρίβωση αυτής της σχέσης του υποκειμένου με το αντικείμενο που συνίσταται στη σχέση του «εποικοδομήματος» με τη «βάση» και στην ιδιαίτερη γλώσσα της πολιτικής μεταφράζεται στην εξασφάλιση ενός «μηχανισμού ηγεμονίας» για τη «μεταρρύθμιση των συνειδήσεων και των μεθόδων της γνώσης».

Στο στόχαστρο του Gramsci ρητά βρίσκεται η «Θεωρία του ιστορικού υλισμού» του Μπουχάριν, όταν μάλιστα στην ίδια την πατρίδα του του προσάπτεται η κατηγορία της «δεξιάς μηχανιστικής παρέκκλισης». Ωστόσο, όπως φάνηκε από τις συσχετίσεις που προηγήθηκαν, έμμεσα αποδοκιμάζονται ορισμένες θέσεις τού «Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός» που εμπνέονται κυρίως από τον Πλεχάνοφ και βασίζονται στην αξιοποίηση του Feuerbach, παρά τις συναφείς κριτικές παρατηρήσεις του Marx γι’ αυτόν. Ο Gramsci ανατρέχει στη ρίζα αυτών των θεωρημάτων του εγχειριδίου καθώς και «άλλων δημοσιευμάτων του ίδιου είδους», δηλαδή στο Anti-Dühring που στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να εκληφθεί ως «πολύ εξωτερική και τυπική απόπειρα επεξεργασίας ενός συστήματος εννοιών, με κέντρο τον αρχικό πυρήνα της φιλοσοφίας της πράξης, για να ικανοποιηθεί η σχολική ανάγκη μιας σύνοψης».

Αν λοιπόν πρόκειται για αναμφίλεκτη απόρριψη του μόνου φιλοσοφικού έργου που δημοσίευσε όσο ζούσε ο Λένιν, τότε πώς πρέπει να νοηθεί η απαραγνώριστη αξία του ηγέτη των μπολσεβίκων στην προώθηση της «φιλοσοφίας της πράξης»; Γι’ αυτό το ερώτημα ο Gramsci έχει την απάντησή του: «Ενας πολιτικός άντρας γράφει φιλοσοφία: μπορεί να απαιτηθεί, αντίθετα, η “πραγματική” του φιλοσοφία ν’ ανευρεθεί στα πολιτικά του κείμενα». Αν υποτεθεί ότι η διαπίστωση αυτή αφορά τον Λένιν, τότε υπονοούνται το «Τι να κάνουμε» και «Οι δύο τακτικές» που περιέχουν τη θεωρητική θεμελίωση της πολιτικής του. Η ερμηνεία αυτή εδραιώνεται με την προσκόμιση συναφών εκτιμήσεων της προσφοράς τού «Ilici»: προώθησε «τη φιλοσοφία ως φιλοσοφία, στο βαθμό που ανέπτυξε την πολιτική θεωρία και πρακτική», δηλαδή πραγματοποιώντας έναν «μηχανισμό ηγεμονίας» συνεπέφερε τη «μεταρρύθμιση των συνειδήσεων και των μεθόδων της γνώσης» ως «φιλοσοφικό γεγονός». Η «πραγματωμένη ηγεμονία» συνεπάγεται την «πραγματική κριτική μιας φιλοσοφίας» και για τούτο ο Marx και ο Λένιν εκφράζουν αντίστοιχα την επιστήμη και τη δράση που διέπονται από ομοιογένεια και ετερογένεια στην εκτύλιξή τους. Η σύλληψη αυτή του «λενινισμού» δεν στοιχεί προς τις σχετικές κωδικοποιήσεις που επεξεργάσθηκαν οι πρωταγωνιστές της ενδοκομματικής σύγκρουσης μετά τον θάνατο του Λένιν στην ΕΣΣΔ.

Θα μπορούσε ωστόσο σε ορισμένα καίρια σημεία να συγκριθεί με τις αναλύσεις του Lukács, επικριτή επίσης του εγχειριδίου του Μπουχάριν, το οποίο με την εντολή της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» θα χρησιμοποιηθεί για τη διδασκαλία του ιστορικού υλισμού στις κομματικές σχολές των εθνικών της τμημάτων. Ο Ούγγρος μαρξιστής νωρίτερα είχε συνδέσει την «επικαιρότητα» της επανάστασης αποκλειστικά με τον Λένιν που κατόρθωσε τη ρήξη με τη «μηχανική μοιρολατρεία», αποκατέστησε τη διαλεκτική, διέκρινε ότι τα όρια ανάμεσα στη φύση και την Ιστορία είναι «ταυτόχρονα καθορισμένα και μεταβλητά» και κατέταξε στις «κινητήριες δυνάμεις» της Ιστορίας την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων και την ταξική πάλη. Αυτή ακριβώς η ομόρροπη προσέγγιση του Λένιν από τον Gramsci και τον Lukács δεν συνηγορούσε μόνο στην αποδέσμευση του μαρξισμού από τις αγκυλώσεις της Β’ Διεθνούς, αλλά και προειδοποιούσε αρκετά έγκαιρα για τις νέες μορφές παγίδευσης που επιφυλάσσονταν στο διαλεκτικό του περιεχόμενο. Η λενινιστική υπερνίκηση των πολιτικών επιπτώσεων του θεωρήματος της «Naturnotwendigkeit» της Ιστορίας έχει την ίδια σημασία με την απόρριψη της μπουχαρινικής αντίληψης του ατόμου («ένα λουκάνικο παραγεμισμένο από τις επιδράσεις του περιβάλλοντός του») και του ζοφερού ντετερμινισμού που καθιέρωσε ο θεσμοποιημένος «μαρξισμός-λενινισμός». Εδώ εστιάζεται η επικαιρότητα των Quaderni del carcere σε μια περίοδο που πολλαπλασιάζεται η έμπρακτη κριτική της απρόσωπης εξουσίας και συνάμα επανεμφανίζεται δυναμικά η «υποκειμενικότητα» στη σκηνή της Ιστορίας.

*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων