Ετονη αμηχανία προκαλεί σε μέρος τουλάχιστον της κοινής γνώμης η επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης, η οποία όχι απλώς προωθεί, αλλά προβάλλει με κάθε τρόπο την πολιτική της για ιδιωτικοποίηση της Υγείας ή της Παιδείας. Προβάλλει την απόφασή της για ιδιωτικά πανεπιστήμια, προβάλλει τα απογευματινά χειρουργεία. Ακούγονται φωνές για «ξεπούλημα» της ανώτατης εκπαίδευσης και των νοσοκομείων και ενίσχυση ιδιωτικών συμφερόντων. Μήπως όμως θα πρέπει να προσεγγισθεί διαφορετικά η κυβερνητική πολιτική;
Είναι αλήθεια ότι, μέχρι και πριν από λίγα χρόνια, ήταν πιο πλειοψηφικό το ρεύμα που έλεγε ότι το Δημόσιο είναι καλύτερο, στην παράδοση του κοινωνικού συμβολαίου της μεταπολίτευσης για ευρεία πρόσβαση των λαϊκών στρωμάτων στην ανώτατη εκπαίδευση ή στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Η κυβέρνηση σήμερα προτείνει κάτι διαφορετικό. Προτείνει και επιδιώκει μια ευρεία κοινωνική συμμαχία που βλέπει ως «αυτονόητη» και «αναγκαία», έτσι όπως άλλαξε ο κόσμος μας, μια συνεργασία του ιδιωτικού με τον κρατικό τομέα.
Μπορείς, σου λέει, να πληρώσεις μισό βασικό μισθό για ένα χειρουργείο σε ένα καλό, δημόσιο νοσοκομείο σε μία εποχή που «δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος» για αυξήσεις στους προϋπολογισμούς των νοσοκομείων. Και μια οικογένεια της μεσαίας τάξης θα στερηθεί τα πάντα για τα ετήσια δίδακτρα του παιδιού της για ένα πτυχίο σε ένα νέο, μη κρατικό ίδρυμα.
Η κυβέρνηση της Ν.Δ. δημιουργεί μια νέα συνθήκη για το Δημόσιο, που φαίνεται ότι βρίσκει ανταπόκριση στις προσδοκίες μιας κοινωνικής πλειονότητας.
Κατά συνέπεια, η αντιπολίτευση δεν μπορεί να αρκείται στις καταγγελίες για την «πώληση» του κράτους, αλλά να δημιουργήσει μια σύγχρονη αντιπρόταση για ένα βιώσιμο, αποτελεσματικό κράτος, που θα εγγυάται και θα προσφέρει ισότιμη πρόσβαση σε όλους, στα αγαθά και τις υπηρεσίες που χρειάζεται η κοινωνία για να προχωρά. Δεν είναι εύκολη υπόθεση όμως, να χτίσεις πραγματικές κοινωνικές συμμαχίες.
