ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κι εγώ έναν που ξέρω, πολύ να γελάσει δεν. Οχι ότι είναι σκυθρωπός, αλλά κάπως δεν το ’χει με το γέλιο. Θα μου πεις, για γέλια είμαστε ή για κλάματα; Θα σου πω: «Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος». Θα μου πεις: «Δεν κατάλαβα. Δηλαδή ο προτελευταίος ψυχή δεν έχει;». Και θα σου πω: «Ποιος νοιάζεται, μωρέ, για τον προτελευταίο; Νοιάστηκε ποτέ κανείς;».

Τώρα, μεταξύ μας, δίκιο έχεις. Εχουμε ξεχάσει και να γελάμε και με τι αξίζει να γελάμε και τι σημαίνει «γέλιο» και ποια η διαφορά του από το «γελοίο» και όλα. Και κανένας δεν γελάει τελευταίος μωρέ. Μην κοιτάς τον Μητσοτάρχα που γελάει συνεχώς. Τα ’χει λύσει αυτός τα θέματά του. Τώρα, βέβαια, έχουν γίνει και εγκλήματα, θα μου πεις. Αντε, τη διαφθορά να την καταπιώ, αλλά τα εγκλήματα; Ελα όμως που ο εγκληματίας βρίσκει μύριες εξηγήσεις για να δικαιολογήσει τα εγκλήματά του. Ναι, χασκογελάει συνέχεια ο Μητσοτάρχας. Γιατί έχει τις εξηγήσεις του. Και τον επιβεβαιώνεις με την ψήφο σου στην οικογένεια, δεκαετίες τώρα. Πρόσεχε όμως: δεν είναι το δικό του χασκόγελο που με κόφτει τώρα. Το δικό σου μη γέλιο με νοιάζει.

Μας έχουν μάθει έτσι: σαν μας δίνουν «ζωή», να σκύβουμε κεφάλι. Να είμαστε ραγιάδες, λέγοντας συνέχεια «ευχαριστώ». Από μωρά αυτό τώρα. Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει για τις «θυσίες της μάνας»; Για τα «τόσα που πέρασε για να μας μεγαλώσει»; Από το κοιλοπόνι κιόλας! Λες και το μωρό δεν περνάει των παθών του τον τάραχο σαν πρέπει να βγει στη ρημάδα την κοινωνία από μια ρωγμή που δεν χωράει μήτε λεμόνι και ξαφνικά πρέπει να ξεβγάλει ένα καρπούζι, από έναν «διάδρομο» μικρό σαν έξοδο κινδύνου συνωμοτικής γιάφκας. Εκεί που ήσουν ασφαλής και νηφάλιος, που σε τάιζαν δίχως καν να χρειάζεται να μασήσεις, ξαφνικά βγαίνεις με χίλια ζόρια, δίχως την προσωπική σου βούληση, στο ακριβώς αντίθετο πλαίσιο: να πρέπει να χορτάσεις με αέρα κοπανιστό και μάλιστα να τον κατεβάζεις αμάσητο!

Οχι, δεν μπορείς να αφεθείς να γελάσεις σαν νιώθεις πως χρωστάς τη ζωή σου. Αυτό γίνεται με τον καπιταλισμό. Ολα τα ’χει πει ο μέγας (παμμέγιστος!) Μαξ Βέμπερ στο «Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού», ωστόσο κάτι ψιλοξέχασε. Τον Λάζαρο, αυτόν ξέχασε. Ω ναι, ο χριστιανισμός έβαλε πρώτος την αίσθηση του διαρκούς καθήκοντος και αυτό, εδώ στην Ελλάδα, επίσης από γεννησιμιού μας μάς το μαθαίνουν.

Μήτε και ξαναγέλασε, σου λέει, ο Λάζαρος σαν τον ανέστησε ο φίλος του ο Χριστούλης (Ιησού τον έλεγαν οι φίλοι). Οι γραφές λένε πως τρόμαξε πολύ με αυτά που είδε τέσσερις μέρες στον Αδη και δεν ξανάσκασε το χειλάκι του. Οχι γέλιο, μήτε λέξη δεν έβγαλε. Μα τέτοια τρομάρα πια κι αυτός; Πού πήγε πια; Τι είδε; Στην κόλαση πήγε; Τόσο αμαρτωλός ήταν; Αφού κολλητός και συθαμμητής του Χριστούλη (Χεσούς για τους φίλους) ήταν!… Αυτά σαν κάπως ακαταλαβίστικα μου φαίνονταν απ’ όταν τα κάναμε στο σχολείο ακόμα. Και είχα ρωτήσει – σιγά που θα καθόμουν. Μωρέ σαν τώρα τις θυμάμαι τις γουρλοματάρες της θρησκευτικού: «Τι είναι αυτά που λες Ράλλη;» μου είπε με αυστηρό τόνο, ο οποίος δεν φτούρησε καν βέβαια. Εγώ εκεί, να συνεχίζω τις ερωτήσεις. Για να λάβω την αποστομωτική απάντηση: «Δεν έχει σημασία η ζωή πριν και μετά. Η ανάσταση έχει σημασία. Ο Λάζαρος αναστήθηκε. Αυτό να θυμάσαι μόνο».

Μόνο η ανάσταση έχει σημασία. Ούτε η ζωή πριν, μήτε το μη γέλιο ποτέ μετά. Μόνο η χάρη που σου κάνανε να σε βαφτίσουν χριστιανό, που σημαίνει πως να αναστηθείς μπορείς, ρε μπάσταρδε. Παρ’ όλες τις αμαρτίες που σίγουρα θα κάνεις. Θες και να μιλάς; Θες και να γελάς;

Κανένας τον Λάζαρο δεν ρώτησε αν στη ζωή των ζωντανών να γυρίσει ήθελε. Το γέλιο τού πήρανε. Αρα τη ζωή την ίδια… Καμία ανάσταση – ούτε καν! Κι αν τη ζωή μου τη χρωστάω, με γέλιο θα την ξεπληρώσω. Σε όσους να με αναστήσουν θέλησαν.