ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα κοριτσάκι 5-6 ετών περπατά στην Αγίου Ανδρέου στη Λεμεσό, μαζί με την αδελφή του, κρατώντας σφιχτά κι οι δυο από το χέρι τη μάνα τους – ή «μάμμα» όπως τη λένε. Πάνε ν’ αγοράσουν υφάσματα για να ράψουν καινούργια παλτά και μ’ αυτήν την ευκαιρία θα πάνε και βόλτα στον μόλο και για μπουγάτσα στο «ζαχαροπλαστείο του Αλή». Εκεί, όμως, έξω από το μαγαζί με τα υφάσματα μία «ψηλή γυναίκα με κότσο, μπλε ταγέρ, χρυσά σκουλαρίκια και μουστάκι στο πάνω της χείλος» πιάνει το κουτσομπολιό με κάποια άλλη. Μιλούν για τη μάνα των κοριτσιών αρκετά δυνατά ώστε ν’ ακούγονται. «Εν ξένη, Ρωσίδα». «Τζαι πώς εβρέθηκεν δαμαί;». «Μας την εκουβάλησεν ο γιατρός ο Κοζάκος ’που την Ελλάδαν που επήεν να σπουδάσει […] Παντιέρα Ρώσσα. Λάμνε γύρευκε. Λαλούσιν πως καπνίζει». Και κάπως έτσι η μικρή έχασε την όρεξη να πάει βόλτα στον μόλο ή για μπουγάτσα. Και κάπως έτσι ένα απόγευμα με προοπτικές συναρπαστικές για μία 5χρονη «μαύρισε». Και κάπως έτσι το κοριτσάκι άκουσε τη λέξη «ξένη» και κατάλαβε απότομα πόσο πονάει. «Αργότερα έμαθα τι πάει να πει “ξένη”. Εμαθα ακόμα πως δεν ήταν Ρωσίδα, αλλά εγγόνι Ποντίων από την Τραπεζούντα της Τουρκίας, που βρέθηκαν πρόσφυγες στη Ρωσία και τον Καύκασο».

Ετσι ξεκινάει και το βιβλίο «Οι ξένες» (εκδόσεις «Περισπωμένη»), μία συλλογή διηγημάτων κατά το ήμισυ αυτοβιογραφικών, όλων πάντως αφιερωμένων σε «Γυναίκες πρόσφυγες και μετανάστριες». Το υπογράφει εκείνο το κοριτσάκι της Λεμεσού. Η Ολγα Κοζάκου-Τσιάρα που έγινε με τη σειρά της μάνα και γιαγιά, έγινε καλλιτέχνις (εκτός από συγγραφέας αρκετών συλλογών διηγημάτων, ποιημάτων ή μελετών είναι και εικαστικός, απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών με ειδίκευση στη γλυπτική και με πολλές εκθέσεις στο ενεργητικό της) και καθηγήτρια (ως και απόφοιτος της Φιλοσοφικής της Αθήνας, εργάστηκε αργότερα στο Τμήμα Γραφιστικής της Ανωτάτης Σχολής Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του ΤΕΙ Αθήνας). Σ’ όλο όμως αυτόν τον σπουδαίο κύκλο της ζωής της τη συνόδευε η ανάμνηση εκείνου του περιστατικού κι εκείνης της λέξης. Και πρόσφατα ήρθε η στιγμή ν’ αποδώσει τιμές σ’ εκείνη τη μνήμη κι ακόμα στη μάμμα της, τη θεία της και τη γιαγιά της («μάματσκα»), τις «δικές της» ξένες. Αυτά είναι και τα τρία πρώτα αφηγήματα της συλλογής, συστεγασμένα στην αυτοβιογραφική ενότητα «Οι Δικές μου Ξένες», γι’ αυτές τις «ξένες» που οι περισσότεροι είχαμε στις οικογένειές μας, γυναίκες νοικοκυρές, φερμένες από άλλες πατρίδες, ικανές να μας κληρονομήσουν συνήθειες, εικόνες, τρυφερότητα και συνταγές. Υπάρχει βέβαια και η μεγαλύτερη ενότητα του βιβλίου της Τσιάρα. Η πολυπληθέστερη. «Οι Αλλες Ξένες». Οι σύγχρονες. Οι Γεωργιανές και οι Ουκρανές, οι Αλβανίδες, οι Ρουμάνες, οι Φιλιππινέζες, οι Αφρικανές. Οχι ως ομάδες ή ως παρουσίες-παρακολούθημα στη ζωή της σύγχρονης Ελλάδας. Γυναίκες με υπόσταση και ρόλο και βάσανα βέβαια. Καθεμία με τα δικά της. Ευκαιρία για την Τσιάρα να πει ανάμεσα σε ξεσκονόπανα, χλωρίνες, κατσαρόλες και καφέδες, 21 ιστορίες αναγνωρίσιμες: άλλες άγριες ιστορίες ξυλοδαρμών και βιασμών από αυτές που πρωταγωνιστούν κατά καιρούς στα αστυνομικά δελτία ή πνίγονται στη φοβισμένη σιωπή των ανθρώπων που δεν θέλουν να χάσουν την άδεια παραμονής τους. Κι άλλες πιο χαμηλόφωνες ιστορίες, οικείες μας, γνωστές απ’ όσες ζουν ανάμεσά μας στο λεωφορείο, στο σούπερ-μάρκετ, στα σπίτια μας κοντά σε ανήμπορους και ηλικιωμένους συγγενείς. Γραμμένες όλες με στρωτή ωραία αφήγηση, χωρίς καμία διάθεση για υπερβολή και μελό κι εκβιασμό του συναισθήματος, αλλά ιστορίες με τις οποίες διασταυρωνόμασταν στα οικογενειακά μας δέντρα ή τώρα στην καθημερινότητα και στον δρόμο μας.

Για καθεμία από αυτές τις 24 στο σύνολό τους γυναίκες, η Τσιάρα επιφυλάσσει πριν από την ιστορία τους ένα σκίτσο φτιαγμένο από την ίδια και ένα λογοτεχνικό «θραύσμα»-ποίημα εισαγωγή στην ιστορία τους. Ολα ωστόσο ξεκινούν από μια φράση από τις «Ικέτιδες»του Αισχύλου: «Του σπλαχνικού Διός η οργή προσμένει/ όποιον δεν συμπονεί τα δάκρυα του δυστυχισμένου».

Εξυπνη η ιδέα να συνυπάρχει το προσωπικό βίωμα και «αγκάθι» με τη μαρτυρία ή τη μυθοπλασία. Κυρίως όμως είναι ένα βιβλίο με πολιτική θέση κι ας μοιάζει με κατάθεση τρυφερότητας. «Είμαστε όλες ξένες», σκέφτεσαι περνώντας από τη μια ιστορία στην άλλη σ’ αυτήν την επιμελημένη έκδοση που αντηχεί τις φωνές μιας γυναικείας παρέας.