«Είμαστε στην τελευταία πράξη. Συνήθως κάπου εδώ ακούγεται η φράση: “Αγαπητοί κύριοι, ο δολοφόνος είναι ένας από εσάς”»
Η αλήθεια είναι πως στα συνήθη αναγνώσματά μου δεν είχα πολυασχοληθεί με την αστυνομική λογοτεχνία. Μέχρι που μια μέρα έπεσε τυχαία στα χέρια μου το βιβλίο του Πασχάλη Αυγερίδη «Φόνος και αντισυλληπτικά». Πρόκειται για ένα νουάρ μυθιστόρημα μυστηρίου που βρίθει εκπλήξεων, τόσο για την πλοκή του όσο και για τις αφηγηματικές καινοτομίες του.
Η υπόθεση; Ενας φόνος συνταράσσει τους ενοίκους μιας πολυκατοικίας, φέρνοντας στο φως τα πάθη και τις αδυναμίες τους. Ενας από αυτούς τους ενοίκους, ο Αλέξανδρος Δεληγεωργίου, βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα καθώς ένα σημείωμα τον κατηγορεί για τη δολοφονία. Ο ιδιόρρυθμος ιδιωτικός ντετέκτιβ Θεμιστοκλής Ιωαννίδης καλείται να βρει την αλήθεια, να λύσει το μυστήριο του εγκλήματος και ίσως να απαλλάξει τον Αλέξανδρο από τις κατηγορίες.
Ολα άρχισαν με μια κηδεία. Ο κύριος Φωκάς ήταν νεκρός. Ηταν ηλικιωμένος, σίγουρα τα αίτια ήταν φυσιολογικά. Ολοι αυτό πιστεύουν, όμως ο Ιωαννίδης έχει άλλη άποψη. Θυμάται κάτι που έγινε πολλά χρόνια πριν· κάτι που είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη και είχε μπερδέψει την Αστυνομία. Ολα αλλάζουν στην ειρηνική ζωή της πολυκατοικίας στην οδό Τσέχωφ, αριθμός 7. Ολοι έχουν κάποιο μυστικό. Ολοι κάτι κρύβουν. Τι όμως;

Καθώς ο αναγνώστης διαβάζει το πόνημα του Αυγερίδη βιώνει το ξέφρενο αγκομαχητό της αστυνομικής πλοκής, που ενίοτε μετριάζεται από τα συμφωνικά ποιήματα του κλασικού ρεπερτορίου, απολαμβάνει ένα εν τη γενέσει του ερωτευμένο ζευγάρι.
Διαβάζοντάς το, θαρρώ πως το βιβλίο είναι γεμάτο από βιογραφικά ερανίσματα που αποθησαυρίστηκαν από ωδεία και μέγαρα μουσικής (εξαιρετική η σκηνή με τη μουσική του Σούμπερτ). Σε έναν γόνιμο συνδυασμό αστυνομικού μυθιστορήματος με στοιχεία σπλάτερ, ο αναγνώστης θα δει να ανασυντίθεται ενώπιόν του ένας σύγχρονος πίνακας με το –κατά τον Ιερώνυμο Μπος– «Πλοίο των τρελών». Μολαταύτα, θα βρει σε αυτό το «εικαστικό κείμενο» ολόφρεσκες πινελιές από έναν υπόκωφο έρωτα, που ξεπηδά σε απρόσμενες στιγμές.
Ο Αυγερίδης δεν δυσκολεύεται να πείσει για τη συγγραφική δεινότητά του αλλά και για την άοκνη επιδίωξή του να δημιουργήσει εικόνες με μουσική και να αποτυπώσει στο χαρτί καινοτόμες ιδέες, που μοιάζουν να γράφτηκαν σε παρτιτούρες. Η μουσική φέρεται να σκιαγραφεί χορογραφίες για περίτεχνα βαλς ιλιγγιωδών ερώτων, που χορεύονται ανάμεσα σε φόνους και αντισυλληπτικά.
*Πανεπιστημιακός
—
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
