ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Νούτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγες εβδομάδες μας «αποχαιρέτησε» και ο Toni Negri (1933-2023), το έργο του οποίου γνωρίσαμε μέσω της ιταλικής ή της αγγλικής, κάποτε και μέσω της ελληνικής γλώσσας. Δηλαδή, από την «Anomalia selvaggia» (1981) ώς το «Πλήθος και η μητρόπολη» (2003) ή την «Εργασία του Διονύσου», Θέσεις, τχ. 75 (Απρ.-Ιούν. 2001), 55-82, το οποίο συνέθεσε μαζί με τον M. Hardt, «Labour of Dionysus» (1994).

Τι είδους συζητήσεις θα μπορούσαν να προκληθούν με το βιβλίο των M. Hardt και Α. Negri: «Empire» (2000, ελληνική μετάφραση το 2002); Ηδη, εδώ και δύο δεκαετίες (βλ. το βιβλίο μου «Κόμβοι στη συζήτηση για το έθνος», 2006: 212-224, 334) είχα θέσει μια σειρά ζητήματα για τον «αποκεντρωμένο και απεδαφικοποιημένο μηχανισμό» που βαθμιαία «ενσωματώνει κάθε γωνιά του πλανήτη».

Ετσι το πρώτο που διαχειρίζεται η «Αυτοκρατορία» είναι «υβριδικές ταυτότητες». Στο θέμα αυτό οι δύο συγγραφείς προσφεύγουν στα «συμφραζόμενα των μετανεωτερικών θεωριών» και σε «ένα ορισμένο ρεύμα μετααποικιακών σπουδών». Δηλαδή, στις επεξεργασίες του H. Bhabha για να εξηγήσουν πώς η «κατάφαση της πολλαπλότητας των διαφορών» παραπέμπει στην υπονόμευση της εξουσίας των «κρατουσών δυαδικών δομών» (2000: 15, 194, 199). Αναμφίβολα, η προβληματική της «υβριδικής» σύστασης των «αφηγήσεων» και κατ’ επέκταση των «πολιτισμών» γνώρισε κιόλας μια αξιοπρόσεχτη θεωρητική συγκομιδή.

Ισως εκείνο που εξακολουθεί να διαφεύγει, ακόμη και από τους δύο συγγραφείς και προφανώς από τους σχολιαστές τους, είναι η άνιση συνεύρεση των μερών στο σύνολο των θεσμών που επιτρέπουν την ανάδυση και την παρουσία της «υβριδικότητας». Δηλαδή, ο «hybrida» (κάποτε ετυμολογήθηκε από το «ύβρις») γεννιέται από Ρωμαίο πολίτη (τώρα: Αμερικανό· λίγο νωρίτερα: Αγγλο) και ξένη ή δούλη μητέρα. Γενικότερα, ένας/μία ιστορικός θα μπορούσε να προβεί στην επιστημολογική ανατομία των θεωρητικών προκείμενων της «Αυτοκρατορίας». Ας πούμε με αναλογικά δείγματα το εγχείρημα του Αυγουστίνου. Εκτός από ό,τι σημειώνουν οι δύο συγγραφείς, που αντλούν «έμπνευση» από τον οραματισμό αυτού του «σχεδίου αμφισβήτησης της παρακμάζουσας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας», με την εκ νέου βέβαια δήλωσή τους, ότι το δικό τους «προσκύνημα στη γη» είναι και «παραμένει απολύτως εμμενές», θα μπορούσε κανείς να διαβλέψει τους λόγους που ο Αυγουστίνος ανέθετε στον μαθητή του Orosius να συνθέσει «παγκόσμια ιστορία» με αφετηρία και σκόπευση μια «αληθινή συλλογή των κακών του κόσμου».

Γενικότερα, η εφαρμογή του «political correctness» στο πεδίο των διεθνών σχέσεων δεν υπονοεί τίποτα άλλο παρά το γεγονός ότι το «μέρος» παραμένει «μέρος» με τα όλα του και το «όλο» να μην παραχωρεί οτιδήποτε από την ισχύ του. Προφανώς σε μια τέτοια καθήλωση, που παραπέμπει στην αποκαθήλωση των σχεδιασμών της «αντι–κοινωνίας», φουντώνουν οι οπτασίες για το «τέλος της ιστορίας» ή για το «τέλος του κόσμου». Ακριβώς, μετασχηματίζοντας το «Empire» σε «βαμπίρ» που μπορεί να κατασπαράξει –όπως συμβαίνει στα κόμικς ή στα φιλμ– όσους και όσες μετακυλίει η «deterritorialization of the state» (βλ. το βιβλίο μου «Οντολογία της ιστορίας», 2011: 116).

Μήπως όμως η ιδέα της «Αυτοκρατορίας» θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και στην πληρέστερη αντιμετώπιση των ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη; Αν ο ποιητής εισηγούνταν την πρακτική της «διορθωτικής εργασίας» ως «φιλοσοφικού ελέγχου» της δημιουργίας του, γιατί να μην έχει δίκαιο ο συνάδελφος Τάκης Καγιαλής που προσπαθεί να στρέψει το ενδιαφέρον των μελετητών/τριών στον τρόπο που ο Αλεξανδρινός ικανοποιούνταν ποικιλότροπα με μια «προσομοίωση» (ο ίδιος ο Καβάφης χρησιμοποίησε τον όρο «αφομοίωσιν») της βρετανικής «Αυτοκρατορίας» (η Αίγυπτος από το 1822 είχε περιέλθει σ’ αυτήν) με το «Imperium romanum»;

Μήπως ο υπάλληλος (από το 1892 έως το 1922) στην αγγλική Υπηρεσία Αρδεύσεων, εκτός από την οικεία ιστοριογραφία, στρέφεται και προς τον τρέχοντα έντυπο λόγο; Εχει δίκαιο και σ’ αυτό το σημείο ο συνάδελφος που μόλις μνημόνευσα. Προσθέτω συναφώς τα εξής: για πολλές δεκαετίες, από το 1869, η αγγλική Runch λειτουργούσε σαν «Γροθιά» και με τον δηλωτικό υπότιτλο: or the London Charivari. Το «τσαρβάρι» θα μπορούσε να αποδοθεί ως «οχλαγωγία» ή ως «ανακατωσούρα». Σε κάθε γελοιογραφικό σκίτσο ενισχυτική της εικονοποιίας είναι η τιτλοφόρησή του, τόσο «συνθηματικά» όσο και εκτενέστερα. Για παράδειγμα, το «Tourkey and Greace» (2.1.1869) μέσω της «γαλοπούλας» και του «λίπους» παραπέμπει στο: «Τουρκία και Ελλάδα». Οσο για την προσάρτηση της «Ηπειροθεσσαλίας» στο ελληνικό κράτος, τελικώς το 1881, με τιτλοφόρηση: «Επιδιόρθωση» («Rectification») η Βρετανία ως «μοδίστρα της Miss Hellas» της εξηγεί: «Τώρα που αφήσαμε κάποιο περιθώριο» στο φόρεμά σου, θα «νιώσεις πιο άνετα» (βλ. το βιβλίο μου «“Αριστερά” και “στίβος”», 2016: 272/ 273). Μόνο που οι Αλεξανδρινοί άφηναν κανέναν που να μην «τον πάρουν στο ψιλό» («Ηγεμών εκ δυτικής Λιβυής»);

Θα προσθέσω εδώ την «περιγραφή» του «Empire»/«βαμπίρ». Κι αφού δεν πρόκειται για «μεταφορά», τότε πώς αυτό το «θεωρητικό σχήμα» μπορεί να προκύψει από «κοινωνικά εργοστάσια για την παραγωγή της αλήθειας»; Και όμως, η «θεωρητική προσέγγιση» προϋπάρχει, ακόμη και όταν η «Αυτοκρατορία» αντιμετωπίζεται ως «μια τάξη πραγμάτων που κατ’ ουσίαν αναστέλλει την ιστορία» και έτσι «παγιώνει την υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων εις τους αιώνας». Βέβαια τόσο αυτή η εννόηση της ιστορίας όσο και η επίκληση της «ουσίας» έχουν συγκεκριμένους «προπομπούς». Εξίσου γνώριμη είναι και η διαβεβαίωση των συγγραφέων ότι το «πολιτικό καθήκον» τους είναι να «οργανώσουν με νέο τρόπο» και να «ανακατευθύνουν προς νέους στόχους» την «Αντι-Αυτοκρατορία», με την οποία «κάποια μέρα» θα «προχωρήσουμε πέρα από την Αυτοκρατορία». Στο «γενικό θεωρητικό πλαίσιο» του βιβλίου αντιστοιχεί λοιπόν η «ανάληψη δράσης εντός της Αυτοκρατορίας και εναντίον της».

Ως προς το πρώτο, είναι διαρκής η μέριμνα των συγγραφέων να θεματοποιούν τη «θεμελιωδώς νέα κατάσταση και σημαίνουσα ιστορική μεταβολή». Υποδεικνύουν μάλιστα ως «αφετηριακό σημείο» της μελέτης τους «μια νέα έννοια δικαίου» ή έστω μια «νέα εγγραφή της εξουσίας και έναν νέο σχεδιασμό της παραγωγής των κανόνων και των έννομων εργαλείων καταναγκασμού που διασφαλίζουν τα συμβόλαια και επιλύουν τις συγκρούσεις». Δηλαδή, αποδίδουν «ιδιαίτερη σημασία» στα «δικαιικά μορφώματα», επειδή κατά τη γνώμη τους παρέχουν «επαρκείς ενδείξεις των διαδικασιών της αυτοκρατορικής συγκρότησης».

Με τη συνάλληλη προσφυγή στην «παγκόσμια μουσική συμφωνία», που εκτελείται «υπό τη διεύθυνση ενός και μόνο διευθυντή ορχήστρας», υιοθετείται χωρίς ιδιαίτερες προσαρμογές ή αντιστάσεις το ενιαίο δίπολο «νεωτερική» – «μετανεωτερική εποχή», χωρίς μάλιστα να αγνοούνται τα «συμπτώματα» της «αναβίωσης της έννοιας της Αυτοκρατορίας». Ετσι νομιμοποιείται η προσφιλής τάση του Michael και του Antony ή Τoni να επιδίδονται σε μια ιστορία των ιδεών μακροσκοπικού βεληνεκούς και εγχειρημάτων «γενεαλογίας».

*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων