Δηλαδή κουρτίνα που συνιστά «πρόφαση»; Επανέκαμψε ως εφαρμόσιμη πολιτική της Νέας Δημοκρατίας για τα «μη κρατικά» Πανεπιστήμια που ξεκινούν ως «παραρτήματα» ξένων Πανεπιστημίων, ώσπου να αρθεί το άρθρο 16 του Συντάγματος. Το περίγραμμα του Πανεπιστημίου ως εκπαιδευτικού και ερευνητικού θεσμού, ιδιαίτερα ως πεδίου (ανα)παραγωγής της επιστημονικής γνώσης και με συγκεκριμένους όρους ως προς την ανάδειξή της σε «δημόσιο» αγαθό, δεν παραμένει και στις μέρες μας αυτονόητα ακέραιο.
Με τις συνολικές πιέσεις ιδιωτικοποίησης που δέχεται και ασκεί η Ευρωπαϊκή Ενωση, στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού που υφίσταται η αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας, στοιχειοθετούνται ήδη ευκρινώς ορισμένες τάσεις που, αν επικρατήσουν, θα αναδιατάξουν τη φυσιογνωμία του «δημόσιου» Πανεπιστημίου. Μνημονεύω τις κυριότερες που ωθούν στη μετατροπή των «Universitas» σε «Multiversitas»:
■ πολυεπίπεδη διαίρεση των σπουδών (ανά δύο, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί κύκλοι)·
■ επομένως προγράμματα σπουδών πολλαπλών ταχυτήτων, διαφοροποιημένης διάρκειας και στους κόλπους μιας ενοποιημένης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης·
■ όξυνση της διελκυστίνδας ανάμεσα στην «παιδεία» και την «κατάρτιση» με κριτήριο την αρχή της «αποτελεσματικότητας»·
■ γενίκευση των πολυμέσων και της τηλεκπαίδευσης·
■ μονόπλευρη σχέση των γνωστικών αντικειμένων και της σύστοιχης θεσμοποιημένης κατανομής τους με τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας·
■ μετάθεση του φοιτητικού πληθυσμού από τη θέση των φορέων δικαιώματος πανεπιστημιακής παιδείας στη ζήτηση μέσω οικονομικής ευχέρειας πληρωμής διδάκτρων·
■ διεύρυνση του χρόνου έναρξης και ιδίως ολοκλήρωσης των σπουδών με την είσοδο στη διά βίου εκπαίδευση, την οποία καθιστά ευχερή η επαγγελματική αξιοποίηση του υπό διάθεση χρόνου·
■ εναγκαλισμός της ακαδημαϊκής έρευνας από τον κερδώο Ερμή και τις υπαγορεύσεις του·
■ γενίκευση των συνθηκών «ανταγωνισμού» στο σύνολο του διδακτικού και ερευνητικού έργου που προσφέρουν τα επιμέρους Τμήματα και «αξιολόγηση» των Πανεπιστημίων·
■ απίσχνανση του αναστοχαστικού ρόλου των πανεπιστημιακών·
■ υπερεθνικά πρότυπα, στο πλαίσιο των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης που εξειδικεύει η γραφειοκρατία των Βρυξελλών ως «πνευματική τεχνολογία», καθοδήγησης της έρευνας καθώς και του τρόπου οργάνωσης των προπτυχιακών και των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών.
Πώς θα μπορούσε να εκδιπλωθεί μια συγκροτημένη πανεπιστημιακή πολιτική, δηλαδή από τους πανεπιστημιακούς (ως) διανοουμένους που διαβλέπουν πού θα απολήξουν οι τάσεις που μόλις κατέγραψα; Και μάλιστα όχι μόνο στον περίβολο του ελληνικού Πανεπιστημίου, για μια ριζική αλλαγή πλεύσης που θα τεκμηριώνεται μέσα από ένα forum διαρκούς παρουσίας και ανάδρασης; Στο επίκεντρο των διεκδικήσεων ενός τέτοιου κινήματος θα έπρεπε να τεθούν ο συνεχής εκδημοκρατισμός του θεσμικού περιγράμματος αυτοδιοίκησης του Πανεπιστημίου, η μέριμνα για την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, η φροντίδα για τη θεματολογική και ιδίως τη μεθοδολογική ανανέωση των επιστημών, η αναζήτηση της αμφίπλευρης συνάφειας γνωστικών αντικειμένων και αναδιατασσόμενου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και προφανώς η μεγιστοποίηση της συμβολής του στην αρτίωση πτυχών της κοινωνικής συνείδησης.
Θέση αιχμής (και όχι στάση οπισθοφυλακής) είναι ότι η πανεπιστημιακή παιδεία αποτελεί αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό που προσφέρεται, σύμφωνα με την επιταγή του Συντάγματος, δωρεάν. Συνακόλουθα, η αυτοτέλεια του Πανεπιστημίου κατανοείται ως λειτουργική, εκπαιδευτική και ερευνητική αυτονομία που αποκρούει τόσο τις κρατικές πιέσεις όσο και τις διεμβολές που πολλαπλασιάζει ο κερδώος Ερμής της αγοράς. Είναι επίσης αναγκαίο το Πανεπιστήμιο να διατηρήσει και να διευρύνει την ιδιοσυστασία του ως πνευματικό ίδρυμα, στους κόλπους του οποίου θα (ανα)παράγεται η γνώση με τρόπο (αυτο)κριτικό χωρίς να εξαντλείται στον στενό ορίζοντα της επαγγελματικής κατάρτισης, έτσι ώστε να «συντείνει στη διαμόρφωση υπεύθυνων ανθρώπων με επιστημονική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική συνείδηση» (Ν. 1268, άρθρο 1, § 2ιι).
Τι ακριβώς σημαίνει ότι η «νέα ισχυρή, ευέλικτη, δυναμική ηγεσία των Ιδρυμάτων», «ικανή να εμπνέει εμπιστοσύνη στην κοινωνία και την πολιτεία», δεν θα είναι αιρετή από την «πανεπιστημιακή κοινότητα»; Ας πιάσουμε τα πράγματα από τη ρίζα. Η κύρια μεταβολή στο πεδίο της «μακροδομής» που προϋποθέτει η σχεδιαζόμενη με περισσή ρητορική ως «νέα ταυτότητά» τους, τοποθετείται στην τελευταία κυβέρνηση της Margaret Thatcher, με την πλήρη υιοθέτηση των «ιδεολογικών παραδοχών της κυρίαρχης οικονομικής θρησκείας της ελεύθερης αγοράς» (Hobsbawm). Πρόκειται για το «Educational Reform Act» (1988), το οποίο ως προς το θέμα που εξετάζεται εδώ (ένα χρόνο νωρίτερα αναγγέλλεται) αφορά την αντικατάσταση της «Επιτροπής Πανεπιστημιακών Επιχορηγήσεων» («University Grants Committee», έτους 1919) από το «Συμβούλιο Πανεπιστημιακής Χρηματοδότησης» («Universities Funding Council»). Η συμβολική της νέας τιτλοφόρησης αυτού του οργάνου υπονοεί τη δραστική συμμετοχή («more managedal» και «περισσότερο εξαρτημένο από την κυβέρνηση»· βλ. Μ. Shattock, «The last Days of the University Grants Committee», Minerva, 25, 1987, σ. 474) εκπροσώπων της βιομηχανίας για την ενίσχυση και τη διεύρυνση των σχέσεων Πανεπιστημίου και επιχειρήσεων και την κατανομή των χρηματοδοτήσεων (ή των δανείων) με γνώμονα την «αποτελεσματικότητα» της «εφαρμοσμένης έρευνας», ό,τι δηλαδή επιμετράται με την «αξιολόγηση», την «ανταγωνιστικότητα», την «αριστεία» και την «προστιθεμένη αξία». Με παραμέτρους, ακριβώς, του τρόπου λειτουργίας της αγοράς που ως προς τα Πανεπιστήμια, με την αναγωγή των φοιτητών σε «πελάτες» («customers»), θα έχουν ως αδέκαστο «εργοδότη» την κυβέρνηση και εργαζόμενους χωρίς «μονιμότητα» (για την «tenure» πολλοί έγιναν σε λίγο «τενόροι» ή τένοντες ακρωτηριασμένοι). Η ίδια η Thatcher είχε συναφώς αποφανθεί ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, μόνον τα άτομα και οι οικογένειές τους».
Προφανώς η έγνοια για το Σύνταγμα δεν είναι αυτοσκοπός, ακόμη κι όταν η τήρησή του «επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων» που «δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία» (άρθρο 120, §.4 ή το «114»). Ο «συνταγματικός πατριωτισμός» (βλ. και Αντ. Μανιτάκης, «Το “δικαίωμα αντίστασης” κατά το άρθρο 120 §.4», Νομικό Βήμα, τ. 52, 2004, σ. 905-921) εδώ θα μπορούσε να αναχθεί σε «ακαδημαϊκό πατριωτισμό», δηλαδή σε «μηχανισμό» προστασίας της «ηθικής της αντικειμενικότητας» από την «ηθική της αποτελεσματικότητας» (κατά τη διάκριση του Max Weber που είχε χρησιμοποιηθεί σε μια περίοδο «αμερικανοποίησης» των γερμανικών Πανεπιστημίων). Κι αν η πρώτη ανήκει στην «Universitas» και η δεύτερη στη «Multiversitas» καθίσταται σαφής η θέση αιχμής (και όχι στάση οπισθοφυλακής) ότι η πανεπιστημιακή παιδεία αποτελεί αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό.
*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
-980x552.jpg)