Διαβάζω από δω και από κει ότι η χρονιά 2024 είναι έτος επετείων! Ανατρέχω στο ημερολόγιο των πολιτικών ιδεών και πράγματι διαπιστώνω ότι το έτος 1974 «αποκαταστάθηκε η δημοκρατία» σύμφωνα με το λεξιλόγιο της μεταπολίτευσης. Αυτή η έκφραση, «αποκαταστάθηκε η δημοκρατία», ως γλωσσική έκφραση είναι παρωχημένη, αλλά και ως πολιτική ιδέα είναι υποθηκευμένη.
Εδώ και πενήντα χρόνια η σύγχρονη «Ελληνική Δημοκρατία» (είναι το όνομα του κράτους μας) δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εξω-θεσμική εξουσία του κεφαλαιοκρατικού χρήματος. Και ενώ εδώ και μία δεκαπενταετία (2008-2023) μεσολάβησε μία ιστορική συγκυρία, στη διάρκεια της οποίας εκπονήθηκαν προγράμματα δημοσιονομικής πολιτικής, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για όλα όσα συμβαίνουν στις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και χρήματος.
Ολοι οι πολιτικοί φιλόσοφοι της εποχής μας τονίζουν ότι δύο είναι τα μέσα κοινωνικοποίησης του ανθρώπου: η εξουσία (Macht) και το χρήμα (Geld). Απ’ αυτά τα δύο μέσα, η πολιτική εξέλιξη της κοινωνίας μας κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο των πρόσφατων 50 χρόνων εστίασε το ενδιαφέρον της στην εξουσία και στο πώς αυτή θα μπορούσε να γίνει περισσότερο δημοκρατική. Να εκδημοκρατιστεί! Από την άλλη, το χρήμα είναι ένα «πράγμα» που δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί σε διεθνές επίπεδο. Και στην «ελληνική περίπτωση» κατά τη μεταπολιτευτική ιστορική συγκυρία το χρήμα απέκτησε «μέγεθος γίγαντος», το οποίο ήταν ανεξέλεγκτο σε πολιτικό επίπεδο. Ολα ανάγονται και μετρώνται στη βάση του χρήματος.
Η «μικρά Αγγλία» (δηλαδή η Ελλάδα της μεταπολίτευσης) είχε την ψευδαίσθηση ότι εάν εκδημοκρατιστεί η πολιτική εξουσία θα καταστεί η ίδια η χώρα της απελευθέρωσης του ανθρώπου (ο ύψιστος στόχος της ανθρώπινης κοινωνίας που υπερασπίζεται διαχρονικά τον ίδιο τον άνθρωπο). Επεσε, όμως σε μία παγίδα. Ποια ήταν αυτή; Ανέθεσε τη διαχείριση του άλλου μέσου ανθρώπινης κοινωνικοποίησης, δηλαδή του χρήματος, στις διεθνείς χρηματαγορές. Ακόμη και η ένταξή της στην ευρωζώνη δεν συντέλεσε σε στοιχειώδη εκδημοκρατισμό του χρήματος.
Η ιστορική περίοδος της πολιτικής μεταπολίτευσης ορίζει τελικά και με βάση τα εμπειρικά δεδομένα την Ελληνική Δημοκρατία που ιδρύθηκε το έτος 1974 ως «ανίσχυρη». Εάν παλαιότερα μιλούσαμε για την «καχεκτική δημοκρατία» της μεταπολεμικής περιόδου, σήμερα μιλάμε για την «ανίσχυρη» δημοκρατία της μεταπολιτευτικής περιόδου.
Εδώ και 50 χρόνια η ελληνική πολιτική κοινωνία δεν μπορεί να απαλλαγεί από τις χρόνιες εξαρτήσεις της από τα εγχώρια και διεθνή οικονομικά συμφέροντα. Οι εκάστοτε οικονομικώς ισχυροί για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα υποδεικνύουν στην εκάστοτε κοινοβουλευτικώς εκλεγμένη κυβέρνηση «τι να κάνει»!
Σκιαγραφώ με ιμπρεσιονιστικό λογοτεχνικό τρόπο τι ακριβώς συμβαίνει στη χώρα μας ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την οικονομική ελίτ μετά την «αποκατάσταση της δημοκρατίας» (1974). Και το πολιτικό συμπέρασμα διατυπώνεται ως εξής: η Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα ζει ανάμεσα σ’ ένα παρελθόν (παλαιότερο ή πρόσφατο) το οποίο δεν μπορεί να επεξεργαστεί και από την άλλη προσβλέπει σ’ ένα μέλλον που δεν της ανήκει.
Το παρελθόν της και η εθνοτική καταγωγή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία από τη μία και το μέλλον της που, όπως διαγράφεται, είναι ψηφιακό και διαπολιτισμικό από την άλλη δεν μπορούν να συγκερασθούν. Μέχρι να συμπληρωθούν και τα επόμενα πενήντα χρόνια της ιστορικής συγκυρίας «Μεταπολίτευση» (το έτος 2074) η Ελλάδα θα έχει αποκτήσει, υποθέτω, την πολιτική και την εθνοτική ταυτότητά της. Και όλα τα άλλα θα έρθουν μετά.
*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
