Οσοι το έχουν βιώσει ξέρουν τι σημαίνει «επαρχιωτισμός». Να νιώθεις αποκομμένος, περιορισμένος, χωρίς να πατάς στη στέρεη βάση μιας θεσμικής δημοκρατίας της ισότητας, έρμαιο στα στερεότυπα και τους φόβους, εξαρτώμενος από μικρούς κύκλους ομοίων με το χαμηλό ταβάνι να σε πλακώνει και η εξουσία μακριά να σε παζαρεύει για κανά μεροκάματο ή το πολύ πολύ κάπου να «βολευτεί το παιδί» αν οι ψήφοι της οικογένειας είναι πολλές. Την ξέρουμε αυτήν την Ελλάδα που ζήσαμε ώς και αργά στη δεκαετία του ’80, είτε στην περιφέρεια είτε και μέσα στην πρωτεύουσα.
Κι εκεί που λες ότι έχουν αλλάξει οι καιροί, γιατί άνοιξαν τα σύνορα, γιατί η πληροφορία τρέχει ασταμάτητη, γιατί η τηλεόραση έχει εκατοντάδες κανάλια, για πολλά «γιατί», να που επιστρέφουμε στο παρελθόν (ή μήπως δεν φύγαμε, όπως νομίζουμε;). Αστειάκια για το αν θα έχει μητέρα και πατέρα ένα παιδί μόλις προέκυψε ένα θεσμικό βήμα για τον πολιτικό γάμο όλων. Διαδόσεις ότι οι «ξένοι» και η «Ευρώπη» μας επιβάλλουν νομοσχέδια.
Αθώες δήθεν προτάσεις για δημοψηφίσματα για τα ομόφυλα ζευγάρια εκεί που έχουμε φάει αμάσητα και Μάαστριχτ και ενιαίο νόμισμα και Ευρωπαϊκή Τράπεζα και μνημόνια. Και βουλευτές να φοβούνται, λέει, πώς θα μιλήσουν στον λαό πίσω στις «εκλογικές τους περιφέρειες», γιατί εμείς, που ζούμε ίσως στα άκρα της χώρας, πού να ξέρουμε τι γίνεται στον κόσμο και περιμένουμε τον βουλευτή να μας διαφωτίσει.
Και η ψήφος, η κομματική επιρροή, οι δημοσκοπήσεις, το προφίλ των αρχηγών των κομμάτων και οι επικείμενες ευρωεκλογές να είναι τα κρίσιμα, λέει. Μεταρρυθμίστηκε το γκουβέρνο, αλλά η ψήφος, ψήφος. Σαν μια ταινία που βλέπαμε παλιά με τον Μπάρκουλη και την Καρέζη.
