Η παρουσία των Ελλήνων στο μέχρι το 2011 ενιαίο Σουδάν επισημαίνεται σε βιβλία Βρετανών ταξιδιωτών από τα μέσα του 19ου αιώνα. Ανιχνεύεται επίσης σε έγγραφα του ελληνικού κράτους, όταν το 1871 ιδρύεται «υποπροξενείο τρίτης τάξεως» στο Χαρτούμ, τότε γνωστό ως «πρωτεύουσα της Νουβίας της Άνω Αιγύπτου». Από το 1821 μέχρι το 1885, με το Σουδάν υπό βάναυση (Οθωμανική) Τουρκο-Αιγυπτιακή κατοχή, ένας μικρός αριθμός Ελλήνων εμπόρων είχε εγκατασταθεί κυρίως στο Χαρτούμ, αλλά και σε κάποιες μικρότερες πόλεις. Η ισλαμική αραβοκρατούμενη επανάσταση του 1885 υπό τον Μουχάμαντ Άχμεντ αλ-Μάχντι ενάντια στον Τουρκο-Αιγυπτιακό ζυγό είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία περίπου 130 Ελλήνων. Από τις λιγοστές πηγές που διαθέτουμε, γνωρίζουμε ότι όλοι εξισλαμίσθηκαν και συνέχισαν να ασκούν σε περιορισμένο βαθμό τις εμπορικές τους δραστηριότητες μέχρι την πτώση του καθεστώτος το 1898. Ήταν εξαιρετικά δύσκολα χρόνια, με συνεχείς πολέμους, παρατεταμένους λιμούς και πολιτική αστάθεια. Παρά ταύτα, η εικόνα που μας μεταφέρουν οι αιχμάλωτοι, αν και σκοτεινή, απέχει από αυτή των δυτικοευρωπαίων της εποχής, που παρουσίαζαν τον Μάχντι και τους ακολούθους του ως αιμοσταγείς και φανατικούς θρησκόληπτους.
Με την έναρξη της αποικιακής περιόδου, που σηματοδοτεί η νίκη των Αγγλο-Αιγυπτιακών στρατευμάτων το 1898, η ελληνική παρουσία ενισχύεται σημαντικά: Έλληνες ακολουθούν τα αποικιακά στρατεύματα ως επιμελητεία και ανεξάρτητοι μικροέμποροι, και εγκαθίστανται τελικά στο Σουδάν, μαζί με όσους από τους απελευθερωμένους αιχμαλώτους διάλεξαν να παραμείνουν στη χώρα. Οι περισσότεροι εκ των νεοφερμένων «κατέβηκαν» από την Αίγυπτο, στην οποία βρίσκονταν εγκαταστημένοι, ενώ σύντομα εμφανίσθηκαν και αρκετοί άλλοι, ιδιαιτέρως από τη Μακεδονία, την Κεφαλονιά, την Κάρπαθο, τη Λέσβο, την Κάσο και τη Μύκονο. Σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και έναν μικρότερο αριθμό Ελληνοκυπρίων. Οι επιμέρους ιστορίες καταδεικνύουν την ύπαρξη συγγενικών μεταναστευτικών δικτύων από χειμαζόμενες ή υπό Οθωμανική κατοχή περιοχές του ευρύτερου ελλαδικού χώρου προς τις νότια της Αιγύπτου γαίες που η αποικιοκρατία είχε «ανοίξει» στο εμπόριο και την ασφαλή εγκατάσταση παροίκων.
Στα χρόνια της βρετανικής κατοχής, μέχρι το 1956, η ελληνική κοινότητα του Σουδάν άνθισε. Σε αντίθεση με αντίστοιχες κοινότητες σε άλλα αφρικανικά κράτη, οι Έλληνες του Σουδάν δεν κατείχαν γη. Κατά κανόνα, απασχολούνταν ως ιδιοκτήτες ή υπάλληλοι μικρών επιχειρήσεων εισαγωγής καταναλωτικών αγαθών και μηχανολογικού εξοπλισμού, βιοτεχνιών και ελαφράς βιομηχανίας στους τομείς τροφίμων, ποτών και οικοδομικών υλικών, ενώ δεν έλλειψαν και οι μάλλον λιγοστές περιπτώσεις επιστημόνων (ιατρών, οδοντιάτρων, φαρμακοποιών) και εργοδηγών-τεχνιτών. Υπό αυτή την έννοια, οι Έλληνες αποτελούσαν ένα σώμα μεταπρατών μεταξύ της αποικιακής διοίκησης και των σουδανικών πληθυσμών, μετέχοντες (φαντασιακά αλλά υλικά) και των δύο κόσμων, χωρίς να ανήκουν σε κανένα εξ αυτών. Όπως μου έλεγαν πάροικοι για τις δεκαετίες του ΄40 και του ΄50, ουσιοκρατικά και με ανεπίγνωστη οριενταλιστική έμφαση,
ο Έλληνας πήγαινε εκεί που δεν πήγαινε ο Εγγλέζος, στον μαχαλά, στην επαρχία. Έτρωγε από το ίδιο πιάτο με τον αράπη (δηλ. τον αραβικής καταγωγής Σουδανό), τα παιδιά του τον φώναζα θείο… Μίλαγαν για δουλειές και έκλειναν τη συμφωνία. Ούτε συμβόλαια ούτε τίποτε. Τα χέρια δίνανε και υπήρχε αμοιβαία εμπιστοσύνη. Κουνούσαμε την οικονομία της χώρας, πουλούσαμε από ποδήλατα και υφάσματα μέχρι αντλίες και μυλόπετρες… Βέβαια δεν είναι σαν και εμάς οι Σουδανοί, αλλά είναι τίμιοι, καλοί άνθρωποι και οικογενειάρχες… Και μετά, το βράδυ (ο Έλληνας) έβαζε το κουστούμι και τη γραβάτα και έπινε το ουισκάκι του στην ελληνική λέσχη… Κάναμε χρήματα, δεν λέω, ήμασταν κοντά στον κοσμάκη… Ο Εγγλέζος έβλεπε τον εαυτό του σαν παιδί ενός ανώτερου θεού. Σπάνια σε καλούσε σπίτι του. Ήταν ευγενικοί μαζί μας αλλά μέχρις εκεί.
Στο πλαίσιο αυτό, η παροικία των Ελλήνων του Σουδάν, που στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 με αρχές του ΄60 αριθμούσε περί τα 6000 μέλη, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν συγκεντρωμένα στην πρωτεύουσα Χαρτούμ, λειτουργούσε στο αποικιοκρατικό πλαίσιο ενός κομπραδόρικου καπιταλισμού. Με τον τρόπο αυτό, συνέβαλε στο μέτρο που της αναλογούσε στην οικονομική κηδεμονία της χώρας από ξένους, παρόλο που από ένα σημείο και πέρα οι ίδιοι οι Έλληνες αισθάνονταν γηγενείς. Όπως μου έλεγαν αρκετοί που πλέον ζουν στην Ελλάδα, «το Σουδάν ήταν ο τόπος μας, η δεύτερη, για να μην πω η πρώτη, πατρίδα. Εκεί γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε, παντρευτήκαμε και κάναμε παιδιά.»
Αν και δεν εμπεριείχε στις τάξεις της μεγαλοαστικές οικογένειες όπως ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός, εντούτοις η παροικία χαρακτηριζόταν από μια ταξική εσωτερική δομή που διέκρινε μεταξύ «παραφεντάδων» ή ιδιοκτητών και υπαλλήλων. Οι πραγματικά πλούσιες και οι εμφανώς φτωχές οικογένειες αποτελούσαν εξαιρέσεις, καθώς ολόκληρη η κοινότητα έπλεε σε μια θάλασσα συντηρητικής καθημερινότητας και μικροεπιχειρηματικότητας, αμέριμνα ωφελημένη από την αποικιοκρατική κατοχή, αποξενωμένη από την περιρρέουσα σουδανική αξιοπρεπή ανέχεια και μουσουλμανική ευσέβεια, απομονωμένη από τη φτωχολογιά των παραγκουπόλεων (που κανείς ποτέ δεν επισκεπτόταν «εκτός αν πήγαινε για δουλειά») και ουσιαστικά ανεπηρέαστη από τις όποιες αναταράξεις της ευρύτερης οικονομίας και της εντόπιας πολιτικής ζωής, που σπάνια έπαιρναν βίαιες μορφές μέχρι και τα τέλη του προηγούμενου αιώνα.
Οι πλέον ορατές μορφές ταξικής διάκρισης σχετίζονταν με την ύπαρξη της Μεγάλης και της Μικρής Ελληνικής Λέσχης, για τους ιδιοκτήτες και τους υπαλλήλους αντίστοιχα, καθώς και της (διακριτικής αλλά γνωστής σε όλους) δράσης του Φιλόπτωχου Ταμείου. Κατά τα άλλα, στο Χαρτούμ λειτουργούσε ένα ελληνικό σχολείο (και κάποια μικρότερα σε επαρχιακές πόλεις) υπό τη διαχείριση της Κοινότητας με την οικονομική υποστήριξη των ευκατάστατων οικογενειών, ένας αθλητικός σύλλογος και η εκκλησία-έδρα της μητρόπολης της Νουβίας.
Οι σχέσεις των παροίκων με τους Σουδανούς ήταν καλές αλλά περιορισμένες, αφορούσαν δε κυρίως τους άνδρες, οι οποίοι γνώριζαν επαρκώς την αραβική γλώσσα. Αντίθετα, οι Ελληνίδες, των οποίων η γλωσσική επάρκεια ήταν περιορισμένη, έρχονταν σε επαφή με τους εντόπιους μόνο ως ανδρικό υπηρετικό προσωπικό και πωλητές στην αγορά. Και στις δύο περιπτώσεις, οι Σουδανές γυναίκες κινούνταν εντός των συνόρων του οίκου και στις αμιγώς σουδανικές γειτονιές, καθιστάμενες σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά «αόρατες» για τους παροίκους. Παράλληλα, παρόλο που δεν υπήρχε θεσμικός διαχωρισμός τύπου απαρτχάιντ, η πλειοψηφία των Ελλήνων, αλλά και άλλων, σαφώς μικρότερων παροικιών (ιταλική, αρμενική, εβραϊκή), διέμεναν σε γειτονιές στο κέντρο της πόλης, όπου η παρουσία Σουδανών ήταν ελάχιστη, πέραν των υπαλλήλων και του πάντα ανδρικού υπηρετικού προσωπικού που σχεδόν κάθε σπίτι διέθετε. Είναι πάντως αξιοπρόσεκτο ότι μέχρι σήμερα δεν έχω ακούσει το παραμικρό αρνητικό σχόλιο για τους Έλληνες προερχόμενο από σουδανικές πηγές. Μάλιστα, η ελληνική μου ταυτότητα αποτελούσε θετική διάκριση καθ’ όλη τη διάρκεια των εθνογραφικών μου ερευνών στη χώρα, από το 1987 μέχρι σήμερα.
Με την ανεξαρτησία της χώρας το 1956, η κατάσταση δεν άλλαξε ουσιωδώς για την πλειοψηφία των Ελλήνων, παρότι αρκετοί πάροικοι, θορυβημένοι από τις εθνικοποιήσεις της κυβέρνησης του Γκαμάλ Αμπ αλ-Νάσσερ στην Αίγυπτο, είχαν αρχίσει να αποχωρούν προς την Ελλάδα, την Αυστραλία και τις ΗΠΑ. Συνολικά, οι περισσότεροι εκ των πληροφορητών μου θεωρούν τη δεκαετία του ΄60 ως «χρυσή δεκαετία», παρά την έναρξη του εμφύλιου πολέμου μεταξύ του αραβικού ισλαμικού Βορρά και του αφρικανικού μη ισλαμικού Νότου, που όμως διεξαγόταν 1500 χιλιόμετρα μακριά από το Χαρτούμ και ελάχιστα επηρέαζε την καθημερινότητα της πρωτεύουσας. Έτσι, η κατάσταση χειροτέρεψε σημαντικά μόνο για τους συγκριτικά λιγοστούς εγκατεστημένους στο νότιο Σουδάν Έλληνες, με αποτέλεσμα πολλοί εξ αυτών να μετεγκατασταθούν στο Χαρτούμ διατηρώντας κατά το δυνατόν την εμπορική τους παρουσία στο Νότο μέσω αντιπροσώπων.
Η γενικότερη έξοδος των Ελλήνων του Σουδάν έγινε αισθητή μετά τις εθνικοποιήσεις του 1970 που επέβαλλε το στρατιωτικό καθεστώς του Τζάαφαρ Νιμέιρι, αλλά κυρίως κατά τη δεκαετία του 1980 που σημαδεύτηκε από την άνοδο ενός βίαιου ισλαμισμού, την κατάρρευση της οικονομίας, αλλά και τη δυνατότητα αξιοπρεπούς εγκατάστασης των παροίκων στην Ελλάδα, μια δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα που, παρά τα όποια προβλήματα, προσέφερε πλέον δυνατότητες εκπαίδευσης και επαγγελματικής αποκατάστασης στις νεότερες γενιές παροίκων, δυνατότητες που το Σουδάν δεν μπορούσε (πλέον) να προσφέρει. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ και την αργή αλλά σταθερή άνοδο μιας σουδανικής μεσαίας τάξης, της οποίας ο προσανατολισμός και τα συμφέροντα επηρέαζαν αρνητικά τις δυνατότητες αναπαραγωγής της ελληνικής παροικίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ποτέ το σουδανικό κράτος ή η κοινωνία δεν κινήθηκαν συντεταγμένα εναντίον των Ελλήνων ως ξένων, χριστιανών, λευκών ή ό,τι άλλο. Μάλλον οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες, ο εμφύλιος πόλεμος και ο βίαιος εξισλαμισμός της χώρας δεν επέτρεπαν πλέον τη λειτουργία ξένων κοινοτήτων – καταδεικνύοντας έτσι ότι η ελληνική παρουσία στη χώρα υπήρξε δομικά συνδεδεμένη με την αποικιοκρατία και την πρώιμη μετααποικιακή συνθήκη, αλλά και με τις δυσκολίες της ελληνικής επικράτειας μέχρι και τη δεκαετία του 1970.
Η έξοδος των Ελλήνων από το Σουδάν εντατικοποιήθηκε περαιτέρω στη διάρκεια της βάρβαρης ισλαμιστικής δικτατορίας του Όμαρ αλ-Μπασίρ (1989-2019) και ολοκληρώθηκε επεισοδιακά με τον πόλεμο μεταξύ στρατού και παραστρατιωτικών, που ξεκίνησε το 2023 με βομβαρδισμούς και παραστρατιωτική τρομοκρατία εντός του Χαρτούμ και άλλων μεγάλων πόλεων. Η αγριότητα της σύγκρουσης (για την οποία ενημερωνόμασταν από τα ελληνικά ΜΜΕ μέχρι που και ο τελευταίος Έλληνας φυγαδεύτηκε από το Χαρτούμ… και μετά σχεδόν τίποτα) είναι τέτοια, που απειλείται ακόμη και η ίδια η συνοχή της σουδανικής επικράτειας.
Πριν κλείσουμε αυτό το σύντομο σημείωμα, οφείλουμε να αναφερθούμε σε δύο αλληλοσυνδεόμενα ζητήματα: τον μικρό αριθμό μεικτών γάμων και την ελληνική παρουσία στο μη μουσουλμανικό αφρικανικό Νότιο Σουδάν, που το 2011 αποσχίσθηκε από το ενιαίο Σουδάν και μέχρι σήμερα κατατρύχεται από εθνοτική βία και εκτεταμένη διαφθορά.
Η κυρίαρχη ελληνική εθνική ιδεολογία, συνυφασμένη με «παραδοσιακές» πατριαρχικές δομές, κοινωνικό συντηρητισμό και πολιτισμικά ψήγματα της ελληνορθόδοξης παράδοσης, σε συνδυασμό με την πολιτικοοικονομική πρόσδεση της παροικίας στο σουδανικό αποικιακό και μετααποικιακό οικοδόμημα, δεν ευνοούσαν τη δημιουργία ρομαντικών δεσμών με τον εντόπιο πληθυσμό και πολύ περισσότερο τη σύναψη γάμων. Στο αραβικό, μουσουλμανικό βόρειο Σουδάν (το σημερινό κράτος του Σουδάν), οι μάλλον αποστειρωμένες συνθήκες επαφής μεταξύ Ελλήνων και Σουδανών, καθώς και ο υφέρπων ρατσισμός των πρώτων, εκ των πραγμάτων απέτρεπαν τέτοιες πρακτικές. Και για τις δύο πλευρές όμως, σημαντικότερο όλων ήταν, στο ιδεολογικό επίπεδο τουλάχιστον, η θρησκευτική διαφορά, που δεν θα μπορούσε να παρακαμφθεί παρά μόνον δια της θρησκευτικής μεταστροφής, την οποία καμία πλευρά δεν διανοείτο.
Αντίθετα, στο Νότιο Σουδάν, υπήρξαν αρκετές γαμήλιες ενώσεις Ελλήνων ανδρών με εντόπιες Αφρικανές, που ήταν είτε χριστιανές είτε ακόλουθοι εντόπιων θρησκευτικών παραδόσεων. Σε αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι, λόγω της απόστασης από το Χαρτούμ και των εγγενών δυσκολιών του περιβάλλοντος, από τους σχετικά λίγους Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα, σημαντικό ποσοστό αποτελούσαν οι ανύπανδροι άνδρες. Το ποσοστό των άτυπων σεξουαλικών ενώσεων που κατέληγε σε γάμο είναι αδύνατο να προσδιορισθεί, αλλά το υπάρχον εθνογραφικό υλικό υποστηρίζει ότι υπήρξε αρκετά περιορισμένο. Πολλά τέκνα τέτοιων ενώσεων εγγράφονταν στα ελληνικά κοινοτικά δημοτολόγια και στα αντίστοιχα σχολεία (όταν αυτά υπήρχαν στο Νότο μέχρι ίσως και τη δεκαετία του 1960), ενώ αργότερα κάποια εξ αυτών μετατάσσονταν στο ελληνικό σχολείο του Χαρτούμ. Με τη συρρίκνωση του αριθμού των Ελλήνων παροίκων από το Νότο λόγω πολέμου από τη δεκαετία του 1990 και πέρα, σήμερα μιλούμε για την τρίτη τουλάχιστον γενεά μιγαδικού πληθυσμού στο Νότιο Σουδάν, τα περισσότερα μέλη του οποίου έχουν άγνοια για την Ελλάδα, ελλιπή γνώση της ελληνικής γλώσσας και ελάχιστες επαφές με την ελληνική κοινότητα του Χαρτούμ, που σε κάθε περίπτωση έχει πάψει να υφίσταται εδώ και λίγους μήνες λόγω της πολιτικής αναταραχής. Δυστυχώς, οφείλουμε να πούμε, η ελληνική πολιτεία ουδέποτε συνέδραμε τους ανθρώπους αυτούς. Το ίδιο, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό, συνέβη και με τους Έλληνες του αραβικού (βορείου) Σουδάν μέσα στη διάρκεια των χρόνων, πολλοί εκ των οποίων υπήρξαν ανέκαθεν κάτοχοι ελληνικών διαβατηρίων.
Σήμερα, οι Ελληνικές Κοινότητες του Σουδάν (και του Νοτίου Σουδάν) αποτελούν παρελθόν. Η παρουσία Ελλήνων στις δύο χώρες είναι ισχνότατη και φαντάζει απομεινάρι μιας άλλης εποχής, αυτής των Εγγλέζων και των «καλών» (ή μάλλον καλόβολων) Σουδανών του ΄60 και του ΄70. Μετά, τα πράγματα άλλαξαν. Αλλά και τώρα, όπως ένας εγκατεστημένος στην Αθήνα Έλληνας Χαρτουμιώτης μου έλεγε, «καλοί είναι οι Σουδανοί, καλός λαός, πιο καλοί από εμάς θα σου έλεγα. Αλλά τι τα θες, οι κυβερνήσεις τους και κυρίως οι ισλαμιστές και ο στρατός κατέστρεψαν τον τόπο». Πατερναλιστικός οριενταλισμός, που όμως βασίζεται σε μια πραγματική αν και νοσταλγική αγάπη για τη χώρα και τους ανθρώπους της.
*Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
