Αύριο πραγματοποιείται η 81η Τελετή Απονομής των Χρυσών Σφαιρών και –κακά τα ψέματα– οι ευχές μας συγκλίνουν στον Γιώργο Λάνθιμο και στο εξαιρετικό «Poor Things» («Χαμένα κορμιά») που άλλωστε σ’ αυτήν τη διαδικασία-προάγγελο των οσκαρικών υποψηφιοτήτων έχει συγκεντρώσει 7 υποψηφιότητες σε 5 κατηγορίες: Καλύτερης ταινίας (κωμωδίας ή μιούζικαλ), Σκηνοθεσίας, Α’ γυναικείου ρόλου σε κωμωδία ή μιούζικαλ (Εμα Στόουν), Β’ ανδρικού ρόλου (για τους Γουίλεμ Νταφόε και Μαρκ Ράφαλο), Σεναρίου (του, βασισμένου στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Αλισντερ Γκρέι, Τόνι ΜακΝαμάρα) και Μουσικής (Jerskin Fendrix). Εχουν όμως γραφτεί (κι έχουμε γράψει) πολλά για την ταινία του Λάνθιμου. Γι’ αυτό είπαμε να θυμηθούμε και δύο από τις σπουδαίες συνυποψήφιες ταινίες στις Χρυσές Σφαίρες, αυτές που κατέκτησαν την καρδιά μας περισσότερο: το «Past Lives» (Περασμένες ζωές) της Σελίν Σονγκ και το «Killers of the Flower Moon» (Δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού) του Μάρτιν Σκορσέζε. Στη χώρα μας η πορεία και των δύο αυτών ταινιών ξεκίνησε από τις «Νύχτες Πρεμιέρας» κι ακολούθησε η έξοδός τους στα σινεμά, με την πρώτη, ταινία πρωτοεμφανιζόμενης σκηνοθέτριας, να ξεσηκώνει σχεδόν εξίσου μεγάλα ρίγη συγκίνησης με τον Σκορσέζε. «Σίγουρες» οσκαρικές υποψηφιότητες και αυτές οι δύο σύμφωνα με όλα τα προγνωστικά, είναι φυσικά παρούσες και στους καταλόγους των Χρυσών Σφαιρών: το «Past Lives» με 5 υποψηφιότητες (Καλύτερης δραματικής ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Γυναικείου Γκρέτα Λι, Σεναρίου Σελίν Σονγκ και Ξενόγλωσσης Ταινίας) και το «Killers of the Flower Moon» με 7 υποψηφιότητες (Καλύτερης δραματικής ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Γυναικείου Λίλι Γκλαντστόουν, Α’ Ανδρικού Λεονάρντο ντι Κάπριο, Β’ Ανδρικού Ρόμπερτ ντε Νίρο, Σεναρίου Ερικ Ροθ – Μάρτιν Σκορσέζε, Μουσικής Ρόμπι Ρόμπερτσον).
Ποτέ δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που κάνει μια ταινία καλή. Βέβαια, μπορούμε να αναλύσουμε την επιτυχία της με βάση διάφορους παράγοντες – ερμηνείες ηθοποιών, σενάριο, φωτογραφία… Αλλά τι έχουμε να πούμε γι’ αυτές που τα έχουν όλα αυτά αλλά μας αφήνουν ψυχρούς; Ακόμα περισσότερο, πώς μπορώ να εξηγήσω το γεγονός ότι η ταινία της Σελίν Σονγκ με καθήλωσε από το πρώτο πλάνο της, πριν ακόμα φανεί η όμορφη φωτογραφία, οι καλοί ηθοποιοί, η ενδιαφέρουσα ιστορία; Μήπως ο τίτλος από μόνος του –«Past Lives»– κίνησε την περιέργειά μου; Αργότερα, καταλαβαίνω: δεν υπάρχει εξήγηση. Ετσι είναι. Η Καναδή σκηνοθέτρια, που έφυγε από την Κορέα σε ηλικία 12 χρόνων, κατάφερε να πιάσει τη φευγαλέα αίσθηση της ζωής της, μιας ζωής βιωμένης ανάμεσα σε δύο ηπείρους και δύο πολιτισμούς – να την πιάσει όπως κάποιος πιάνει την μπάλα στον αέρα, με μια μοναδική και γρήγορη ψυχική κίνηση.
Η ιστορία είναι απλή, βασισμένη στην προσωπική εμπειρία της Σονγκ. Ενα αγόρι και ένα κορίτσι 12 χρόνων, στην Κορέα, αγαπιούνται. Κάθε μέρα γυρίζουν μαζί από το σχολείο. Η είδηση ότι η οικογένεια της Na Young ετοιμάζεται να μεταναστεύσει στον Καναδά τη χαροποιεί. Από μικρή είναι φιλόδοξη και η προοπτική του να γνωρίσει νέα μέρη και νέες ευκαιρίες τη βρίσκει σύμφωνη. Ο αποχωρισμός της από τον Hae Sung γίνεται όπως όλες τις μέρες που γυρίζοντας από το σχολείο ο δρόμος για το σπίτι τους διακλαδώνεται, χωρίς λόγια – με ένα μόνο «γεια». Σε αυτό το σημείο, όμως, οι θεατές που γνωρίζουν τον πόνο της ξενιτιάς, γνωρίζουν επίσης ότι ο χωρισμός αυτός διακόπτει μια ολόκληρη ζωή. Και όσο κι αν το ταξίδι προβάλλει γεμάτο υποσχέσεις μπροστά μας, εκείνος ο παλιός ο δρόμος με τα σκαλοπατάκια και τους χρωματιστούς τοίχους χάνεται για πάντα. Το παιδικό «γεια» μαζί με την αθωότητα των παιδιών αρκεί για να σου σφίξει την καρδιά.
Η απλότητα της ιστορίας κρύβει ένα απύθμενο βάθος. «Καλούμαστε να αφήσουμε πίσω μας την παιδική μας ηλικία διαρκώς», είπε η σκηνοθέτρια σε μια πρόσφατη διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου, αναφερόμενη στον πόνο του αποχωρισμού. «Συχνά τα δράματα συμβαίνουν όταν οι ενήλικοι συμπεριφέρονται σαν παιδιά μεταξύ τους. Είναι γεγονός παρ’ όλα αυτά ότι περνάμε πολλή από την ενήλικη ζωή μας συμπεριφερόμενοι σαν ενήλικοι ενώ γνωρίζουμε ότι μέσα μας υπάρχει ένα παιδί. Η αντίθεση που ενυπάρχει στο πώς η Νόρα (πρώην Na Young) και ο Hae Sung αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλον, από τη μια σαν να είναι ακόμα 12 και από την άλλη όπως είναι τώρα, σχεδόν 40 χρόνων, βρίσκεται στην καρδιά της ιστορίας».
«Οι άνθρωποι δεν κινούνται μόνο από χώρα σε χώρα, αλλά και από χρόνο σε χρόνο… ποτέ δεν θα είμαστε πάλι 16 χρόνων», συνέχισε η σκηνοθέτρια. «Υπάρχει λοιπόν μέσα σε όλους η γνώση διαφορετικών προσώπων και σχέσεων που περιλαμβάνονται στη συνείδησή μας. Η ιδέα ότι μπορούμε να ζούμε ως διαφορετικές εκφάνσεις του εαυτού μας μέσα στην ίδια τη ζωή μας με ελκύει περισσότερο από το να ζω ποθώντας (να είμαι κάποια άλλη)».
Δώδεκα χρόνια αργότερα η Na Young έχει αλλάξει το όνομά της σε «Νόρα» και έχει εξελιχτεί σε μια φιλόδοξη θεατρική συγγραφέα. Οταν ξαφνικά εμφανίζεται μήνυμα από την παλιά της αγάπη, νιώθει μια σβησμένη φλόγα να αναζωπυρώνεται. Για πρώτη φορά στην οθόνη των υπολογιστών τους, το κορίτσι και το αγόρι αντικρίζουν ο ένας τον άλλον ενήλικοι πια, έκθαμβοι μπροστά στο μυστήριο της ζωής, της συνεχούς αυτής μεταμόρφωσης που ξαφνιάζει ακόμα και τις πιο αγαπημένες μας αναμνήσεις. Ωστόσο η Νόρα και ο Hae Sung ανακαλύπτουν ότι ο κώδικας επικοινωνίας τους παραμένει αλώβητος. Ετσι, όταν εκείνος τη ρωτάει ποιο βραβείο έχει βάλει τώρα στο μάτι (όταν ήταν μικρή ήθελε να πάρει το Βραβείο Νόμπελ), είναι σαν να της θυμίζει πως την ξέρει. Με κανέναν άλλον δεν θα μπορούσε να μοιραστεί τη γλυκιά, παιδική της θύμηση.
Μα καμιά αγάπη, καμιά μνήμη δεν μπορεί να πάρει πνοή μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. Η ζωή της Νόρα δεν είναι πια στην Κορέα. Είναι στη Νέα Υόρκη, όπου διάλεξε να σπουδάσει και να ακολουθήσει το επάγγελμά της. Ευγενικός όπως πάντα, ο Hae Sung δεν φέρνει αντίρρηση όταν αυτή του λέει πως δεν μπορεί να τρέφει αυταπάτες για μια ανύπαρκτη σχέση. Μέσα στα επόμενα 12 χρόνια, η Νόρα παντρεύεται τον Αρθουρ, έναν συνάδελφο Αμερικανό και εγκαθίσταται στη Νέα Υόρκη.
Οι μνήμες του παρελθόντος μοιάζουν με φαντάσματα που δεν ησυχάζουν, δίχως να μπορούν να αποδεχτούν τη μοίρα τους. Ετσι και ο Hae Sung θα επιστρέψει για ακόμα μία φορά στον κόσμο της Νόρα. Θα ταξιδέψει ώς τη Νέα Υόρκη για να τη δει. Το ότι θα βρέχει την ίδια εβδομάδα που θα είναι κι αυτός εκεί, δεν έχει καμία σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να τη βρει, με σάρκα και οστά, πραγματική, ξεριζωμένη από τη μνήμη, φυτρωμένη πάλι στο παρόν, εκεί όπου το In-Yun ή το πεπρωμένο, όπως θα λέγαμε εμείς, παίρνει υπόσταση και υπαγορεύει την κατάληξη ενός κρυφού δράματος.
Η ταινία γεννήθηκε στον νου της Σονγκ τη στιγμή που βρέθηκε να κάθεται σ’ ένα μπαρ ανάμεσα στον παιδικό της έρωτα και τον σύζυγό της. Οι δύο άνδρες, είπε η σκηνοθέτρια, «κρατούν κλειδιά σε μέρη του εαυτού μου που είναι πολύ διαφορετικά και δεν γνωρίζουν το ένα το άλλο. Από εκεί και πέρα η δουλειά μου ήταν να μεταφέρω αυτή την υποκειμενικότητα σε μια αντικειμενικότητα – το σενάριο και τελικά το φιλμ με την Γκρέτα (Λι)… Αυτό που με ενθουσιάζει είναι το γεγονός ότι μια προσωπική εμπειρία τώρα μεταμορφώνεται σε προσωπική εμπειρία όχι μόνο δική μου αλλά και των θεατών. Διαμορφώνεται έτσι ένας κύκλος που οδηγείται από κάτι υποκειμενικό του ενός, σε κάτι υποκειμενικό των πολλών, μέσα από το αντικείμενο του φιλμ».
Κάνοντας τον γύρο του κόσμου με την ταινία, η σκηνοθέτρια συνειδητοποίησε πως η μικρή της ιστορία απηχεί σε πολύ κόσμο, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους. «Με κάνει να αισθάνομαι λιγότερο μόνη», είπε η σκηνοθέτρια διαπιστώνοντας την οικουμενικότητα της ταινίας. «Η αίσθηση που είχα στο μπαρ δεν είναι μόνο δική μου, ο καθένας μπορεί να την έχει. Ταυτόχρονα, ο κάθε θεατής αντιλαμβάνεται την ταινία ανάλογα με το πού βρίσκεται στη ζωή του και στις σχέσεις του. Κάποιοι μου είπαν ότι η ταινία τους παρακίνησε να γυρίσουν σπίτι και να αγκαλιάσουν τον σύντροφό τους, άλλοι ότι θέλουν να πάνε στην πατρίδα τους για να βρουν μια παλιά αγάπη»… Και πρόσθεσε γελώντας: «Ξέρω πιο πολλά από οποιονδήποτε σκηνοθέτη για τους παιδικούς έρωτες του κόσμου!».
Είναι αλήθεια πως η ταινία απορροφά τον θεατή στα βάθη ενός εσωτερικού κόσμου που σπάνια ξεφεύγει από το χαρτί ενός βιβλίου. Αυτή η «ειδική γλώσσα» της ταινίας, όπως την ονόμασε ο David Ehrlirh, κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό Indiewire και συντονιστής της συνέντευξης, δεν ήταν θέμα τύχης. «Ηταν όλα γραμμένα», τόνισε η κορεατικής καταγωγής ηθοποιός Γκρέτα Λι. «Παρ’ όλα αυτά», πρόσθεσε, «είναι επίσης αλήθεια ότι όλοι μας ήρθαμε στην παραγωγή για το σενάριο και μείναμε για τη σκηνοθέτρια… Οσο για την ερμηνεία μου… ίσως ο νατουραλισμός της ταινίας δίνει μια απατηλή εντύπωση αυθορμητισμού, μα στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου έτσι. Καταβάλαμε μεγάλη προσπάθεια για να φτάσουμε εκεί. Χειριστήκαμε τη δουλειά με τη σχολαστικότητα του μουσικού που διαβάζει νότες πηγαίνοντας από το ένα στο άλλο σημείο […] Και πίσω από κάθε στιγμή της συλλογικής μας δουλειάς υπήρχε μια ξεκάθαρη πρόθεση». Ως σκηνοθέτρια «το μόνο που μπορώ να κάνω», ανταποκρίθηκε η Σονγκ, «είναι να εμπιστευτώ τους ηθοποιούς […] Η λεπτότητα της έκφρασης ζει και πεθαίνει στο πρόσωπο του ηθοποιού».
Αν αναγκαζόμουν να βρω το κλειδί της συγκίνησης που μου προκάλεσε η ταινία, θα έλεγα ότι ίσως βρίσκεται στη σύγκλιση του χώρου και του χρόνου. Ο χώρος του «Past Lives» αντιπροσωπεύει τον χρόνο της ζωής των πρωταγωνιστών και το αντίθετο. Ετσι, όταν στο τέλος οι δύο ήρωες στέκονται ο ένας αντίκρι στον άλλον σε ένα πεζοδρόμιο της Νέας Υόρκης, έχεις μια έντονη αίσθηση του χρόνου που κυλάει ενώ, ταυτόχρονα, ολόκληρη η διάρκεια του παρελθόντος και του μέλλοντος παίζεται μέσα σε λίγα λεπτά πάνω στη σκηνή του πεζοδρομίου. Ωστόσο οι αναλύσεις περισσεύουν. Οπως οι ήρωες θα ανταλλάξουν απλά ακόμα ένα «γεια» έτσι κι εγώ προτιμώ να μείνω με τον γλυκό πόνο μιας ζωής που, στο τέλος, δεν έχει τίποτα να μας δώσει μα που εμείς εξακολουθούμε να αγαπάμε.
