Πρώτος ο Τάκης Τζαμαργιάς εντόπισε στο Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, πριν από δύο χρόνια, το έργο των δύο Βρετανοαφγανών συγγραφέων Χάμεντ & Χεσαάμ Αμίρι και έσπευσε να το παραδώσει στα έγκυρα χέρια του μεταφραστή Αντώνη Γαλαίου, για να το δούμε τελικά φέτος και στη δική μας σκηνή. Ταιριάζει άλλωστε πολύ στη σκηνοθετική του παλέτα -με τα στοιχεία του ανθρωπισμού και αμεσότητας που το χαρακτηρίζουν-, ενέχει όμως και ένα στοιχείο επικαιρότητας, καθώς η ιστορία του, που ξεκινά στα 2000, βρίσκει τον δρόμο για τη σκηνή στα 2021, όταν οι Ταλιμπάν θα επικρατήσουν και πάλι στη δύστυχη χώρα της κεντρικής Ασίας.
Το έργο παρουσιάζει την οδύσσεια μιας αφγανικής οικογένειας (τα δύο μέλη της είναι οι μετέπειτα συγγραφείς) που αναγκάζεται να διαφύγει στη Δύση μετά από μια εμπνευσμένη -αν και κάπως επιπόλαια, όπως αποδείχτηκε- ομιλία της μητέρας της οικογένειας στα μέλη της κοινότητας που αφορούσε τα δικαιώματα των γυναικών στο Αφγανιστάν. Το έργο δεν εξηγεί πώς μια τόσο έξυπνη διανοούμενη -σημειωτέον πως αν και η ίδια έχει γιους, νοιάζεται για τη θέση των κοριτσιών στην πατρίδα της- υποτίμησε τόσο φανερά τις επιπτώσεις αυτής της δράσης της. Πάντως όπως είναι επόμενο οι Ταλιμπάν θα αντιδράσουν άμεσα, συλλαμβάνοντας τον σύζυγό της και αναζητώντας την ίδια με την ποινή της εκτέλεσης. Απελπισμένοι οι Αμίρι θα πουλήσουν τα υπάρχοντά τους στους γείτονες, που θα σπεύσουν να τους συνδράμουν στην κρίσιμη ώρα, και θα δραπετεύσουν. Θα γίνουν «πρόσφυγες» που αναζητούν διπλή σωτηρία: εκτός από την πολιτική δίωξη (που θα οδηγούσε ασφαλώς στην εξάλειψή τους), ο μεγάλος γιος έχει εμφανίσει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας, που του προκαλεί τακτικές κρίσεις και πρέπει άμεσα να βρει τη σωστή ιατρική υποστήριξη στα κέντρα της Δύσης.
Αυτός είναι μάλλον ο λόγος για τον οποίο οι δύο γονείς έχουν βάλει στη θέση της δικής τους Ιθάκης το νησί της Αγγλίας και έχουν εναποθέσει όλες τις ελπίδες τους στις περίφημες νοσηλευτικές υποδομές του. Ομως η εξορία τους θα σημάνει γι’ αυτούς ένα ταξίδι με απίστευτες κακουχίες, περιπέτειες και ανατροπές, με σκληρούς διακινητές και φυσικά με συνεχή εκμετάλλευση. Οι Αμίρι από τη χιονισμένη Μόσχα μέχρι το κολαστήριο του Καλέ, κι από εκεί με χίλια βάσανα μέχρι τον τελικό προορισμό, τη Βρετανία, θα περάσουν πολλά. Μα και όταν φτάσουν κάποια στιγμή στην πολυπόθητη Βρετανία, θα ξεκινήσει κι εκεί πάλι μια άλλη, δεύτερη, οδύσσεια – τη φορά αυτή στα ιατρικά κέντρα που θα περιθάλψουν τον αδύναμο γιο τους.
Με την παραπάνω περιγραφή το έργο των αδελφών Αμίρι μοιάζει με μια ακόμη περιγραφή της δραματικής περιπλάνησης των μεταναστών μέχρι τη Γη της Επαγγελίας. Ομως το «Αγόρι με τις δυο καρδιές» είναι κάτι περισσότερο. Μοιάζει με σεμινάριο αυτοβελτίωσης ή ψυχικής ενδυνάμωσης, καθώς χρησιμοποιείται σαν όχημα για να περιγραφεί η σχέση μεταξύ των μελών της οικογένειας Αμίρι αλλά και της οικογένειας με τους γύρω της. Δεμένοι στις αρχές του Διαφωτισμού, της λογικής και τολμηρής σκέψης, που δεν σταματούν να τους οδηγούν και να δίνουν στήριγμα στις δύσκολες στιγμές, προσηλωμένοι στην αγάπη που τους δένει, κι ακόμα παραπέρα, στηριγμένοι στην αίσθηση της αλληλεγγύης που διαπνέει όλη τους την πορεία, τα μέλη των Αμίρι αφήνουν τελικά να φανεί πως είναι η καλοσύνη που θριαμβεύει στον κόσμο, πως στον κάθε ένα που θα εκμεταλλευτεί τον πρόσφυγα, ένας άλλος θα βρεθεί που θα τον συνδράμει.
Ειναι σημαντικό το γεγονός πως το μήνυμα προέρχεται από τους φυγάδες και κυνηγημένους. Το να διακρίνεις το καλό μέσα στη συμφορά, να το αναγνωρίζεις και να το διδάξεις στον κόσμο, είναι ίσως το πρώτο βήμα για να το μεταδώσεις.
Η ίδια πίστη στην ανθρωπότητα έχει επιδράσει και στο ύφος του θεατρικού. Δεν υπάρχει ίχνος διδακτισμού για τα όσα περιγράφονται, μόνο η άμεση και απέριττη περιγραφή των γεγονότων, με την πίστη ότι οι θεατές θα εμπλακούν στην ιστορία, θα βάλουν τον εαυτό τους στη θέση τους και θα τους καταλάβουν. Αυτός είναι ο λόγος που το έργο -ειδικά στη σκηνοθεσία του Τζαμαργιά- αποκτά τον πυρήνα ενός διδακτικού δράματος και μαζί μια ψυχική ώση ανάλογη του στροβιλισμού της αβεβαιότητας, ανασφάλειας και απειλής που νιώθει η οικογένεια προσφύγων.
Η αλήθεια είναι πως το έργο εμφανίζει και ορισμένα δραματουργικά προβλήματα. Μέσα στη ταχύτητα της ιστορίας του περνούν σκηνές που δεν γίνονται απόλυτα κατανοητές από τον θεατή (όπως το τι συνέβη στο αεροδρόμιο) ή πραγματώνονται απλώς περιγραφικά (ας πούμε με ό,τι συμβαίνει στο Καλέ, όπου ένας έως τώρα διακινητής αλλάζει ξάφνου πρόσωπο και συνδράμει αποφασιστικά την οικογένεια). Μας αφήνει ακόμα στο τέλος με μια μεγάλη απορία: Γιατί ο γιος αρνείται τη μεταμόσχευση καρδιάς που θα του έσωζε τη ζωή; Θα μου πείτε πως πρόκειται για «αληθινή ιστορία», μα ούτε αυτό μου είναι αρκετό. Κάποιες φορές, βλέπετε, έχουμε από την τέχνη μεγαλύτερες απαιτήσεις αληθοφάνειας από την ίδια την πραγματικότητα που την περιβάλλει.
Ομως σαν αντίβαρο των παραπάνω προβλημάτων υπάρχουν από την άλλη στιγμές αληθινά σπαρακτικές. Η εικόνα της οικογένειας που μετά τις απίστευτες ταλαιπωρίες στρέφεται σε εμάς (στους Δυτικούς..) και δηλώνει την ικεσία της με σηκωμένα χέρια… Στιγμές που κάποιο μέλος της απομακρύνεται από τη σκηνή για να επανέλθει εκπροσωπώντας κάποιο τρίτο, ξένο, πρόσωπο που θα επηρεάσει τη ζωή τους. Οταν ο ένας γιος περιγράφει τα είκοσι εκείνα δευτερόλεπτα -όσα χρειάζονται για να δέσεις τα παπούτσια σου- που θα αλλάξουν τη μοίρα σου…
Είναι αυτός ο λόγος που η παράσταση καταλήγει να προκαλεί συγκίνηση ακόμα και χωρίς τη συνδρομή του «ψυχογραφήματος» των ηρώων της. Νομίζω μάλιστα πως στις νεότερες ηλικίες το «Αγόρι με τις δυο καρδιές» θα είχε μερικά εξαιρετικά αποτελέσματα. Προτείνω ανεπιφύλακτα λοιπόν στους εκπαιδευτικούς να στρέψουν την προσοχή τους σε αυτήν την παράσταση. Θα παρακινήσουν με αυτήν τους/τις μαθητές/τριες τους να αισθανθούν τη θέση τού «απέναντι», να βάλουν τη δική τους «καρδιά» στη θέση εκείνου. Ειδικά όταν με τη μουσική και τα τραγούδια του Μίλτου Πασχαλίδη (και τους στίχους της Ελένης Φωτάκη) το συναίσθημά μας βρίσκει τον δρόμο και τον ανοικτό ορίζοντα που χρειάζεται αυτή η αντιμετάθεση. Τα σκηνικά του Εδουάρδου Γεωργίου, τα κοστούμια της Ελλης Εμπεδοκλή, η κίνηση της Αγγελικής Τρομπούκη, οι φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη και τα βίντεο του Goran Gagic συμβάλλουν από κοινού στη δημιουργία του επικού σκηνικού σύμπαντος του σκηνοθέτη.
Οπως είπαμε το θεατρικό των Αμίρι είναι μια ζωοφόρος, σαν ανάγλυφο που δεν διαθέτει το αναγκαίο βάθος στο οποίο θα μπορούσαν να αναπτυχθούν οι ρόλοι. Οι πέντε ηθοποιοί λοιπόν αφηγούνται την ιστορία ο καθένας από τη μεριά του και από τη θέση ενός άλλου: Γιώργος Ψυχογυιός (πατέρας), Ελενα Μαρσίδου (μητέρα), Χρήστος Διαμαντούδης, Βαγγέλης Ζάπας, Βασίλης Τριανταφύλλου (οι τρεις γιοι), αποδεικνύονται στο είδος αυτό της ερμηνείας, που ζητάει βέβαια τον δικό της κώδικα και τα δικά της εργαλεία, απόλυτα επαρκείς.
Μία ακόμα εικόνα για το τέλος: εκεί που τα μέλη της οικογένειας θεωρούν καθήκον τους να αναφερθούν και μάλιστα ονομαστικά σε όσους τους βοηθήσαν… Σε εκείνους που τους παρείχαν εφόδια, που τους έδωσαν στέγη, τροφή ή έστω μια μικρή ελπίδα. Οι «μετανάστες» και οι «πρόσφυγες» δεν είναι μόνο χέρια σηκωμένα στο σημείο της ικεσίας. Είναι ψυχές που νιώθουν την ανθρωπιά και την αντιγυρίζουν.
