ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παναγιώτης Νούτσος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Τίμος Μαλάνος (1953) στα «καβαφικά τετράδιά» του έχει καταγράψει μια στιχομυθία, έτους 1927, στο βιβλιοπωλείο «Γράμματα», του Κ.Π. Καβάφη με τον Σ. Γιαννακάκη που υποστήριζε με «παραδείγματα» ότι «όλα τα ιστορικά γεγονότα εξηγούνται με οικονομικά δεδομένα». Ξαφνικά ο Καβάφης ρωτά: «Δεν νομίζεις, Σακελλάριε, ότι υπάρχουν και άλλα στοιχεία, όπως λ.χ. το θρησκευτικό αίσθημα, που ημπορούν να επηρεάσουν την ιστορική εξέλιξη;». Με κοφτή την απάντηση: «Οχι, κύριε Καβάφη». Αλλά και με ακαριαία την ανταπάντηση: «Τότε, πώς εξηγείς εσύ το γεγονός ότι το 600 μ.Χ. ο μισός πληθυσμός της Αιγύπτου πήγε στα μοναστήρια, σημαντικώτατο γεγονός, και μη με διακόπτεις! [κανένας ωστόσο δεν τον διέκοπτε] και δεν ήσαν μόνο οι πτωχοί που επήγαν, αλλά κι απ’ όλες τες τάξεις της κοινωνίας». Για να προσθέσει ο Μαλάνος: «Φυσικά, ο Γιαννακάκης δεν αποκρίθηκε. Αλλωστε, η επιβολή του Καβάφη στη συζήτηση ήταν συνήθως τέτοια που κανείς δεν μπορούσε να του αμφισβητήσει την ακρίβεια του γεγονότος, της χρονολογίας ή και της έκτασης του γεγονότος που ανάφερε».

Ο Σακελλάρης Γιαννακάκης ήταν Καλύμνιος δάσκαλος που αρχικά σταδιοδρόμησε στην Κωνσταντινούπολη (όπου είχε έλθει σε επαφή με το «Σοσιαλιστικό Κέντρο», το οποίο μετονομάστηκε σε «Ομάδα Κοινωνικών Μελετών») και στη συνέχεια στην Αλεξάνδρεια, όπου πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της «Δημοτικιστικής Ομάδας» (1916) και στα πολιτιστικά της δρώμενα. Για παράδειγμα, δημοσιεύοντας την εργασία του: «Η σημερινή τέχνη» (1917) για να επιτεθεί στον Μαλάνο, ο οποίος ικανοποιείται μ’ εκείνα τα έργα τέχνης που «δεν μας δίδουνε καμιά εξήγηση για όσα βλέπομε γύρω μας».

Υπήρξε κοινός φίλος του Καβάφη (και το 1924 συνυπέγραψε κείμενο υπεράσπισής του) και του Σκληρού, όταν η συμπύκνωση βέβαια των διαδικασιών του ιδεολογικού αναπροσανατολισμού των Αιγυπτιωτών διανοουμένων, που κατά τον Σκληρό θεωρήθηκαν ότι είναι ικανοί «προς πρακτικάς ιδέας και θετικήν δράσιν», αναδεικνύεται κατά τη δεύτερη περίοδο του αλεξανδρινού περιοδικού «Γράμματα» που εγκαινιάζεται το καλοκαίρι του 1920 με αρχισυντάκτη τον Μιχάλη Περίδη, συνιδρυτή του «Ομίλου Κοινωνικών Μελετών» (Σεπτ. 1920), το οποίο επισημαίνει τα κενά και τα σημεία απόκλισης του ύστερου Σκληρού από τη σκέψη του Μαρξ. Τα «Γράμματα», στο εγχείρημά τους να πραγματευθούν τις αρχές που «εμπνέουν και οδηγούν την παγκόσμια προσπάθεια των λαών να βρουν την αληθινή έννοια της συνολικής τους ζωής και να την αναπλάσουν σύμφωνα μ’ αυτήν», έχουν δεδομένη τη συνδρομή των Ελλαδιτών, κυρίως στελεχών του ΣΕΚΕ(Κ), όπως ήταν ο Π. Χαλκός [=Γ. Κορδάτος], ο Αρ. Σίδερις και ο Κ. Παρορίτης.

Στο εντευκτήριο του περιοδικού «Γράμματα»

Ανάμεσα στον Καβάφη και την Αλεξάνδρεια παρεμβαίνει κάποτε ο Σκληρός και ιδίως πλειάδα σοσιαλιστών διανοουμένων που επικοινωνούν μεταξύ τους συνθέτοντας έτσι το πλήρες τοπίο της πνευματικής ζωής των Αιγυπτιωτών, στους κόλπους ενός αγγλικού «προτεκτοράτου» που είχε επιβάλει ξανά λογοκρισία (Τσίρκας 31980· βλ. και την εργασία του για τον «ιστορισμό» του ποιητή). Ως προς το ποιητικό έργο του Κ.Π. Καβάφη, ο Σκληρός υπήρξε και καίριος υπομνηματιστής των ποιημάτων του (όπως για παράδειγμα του «Περιμένοντας τους βαρβάρους» που κατά την επισήμανσή του «υποθέτει μια τέτοια κατάστασι κοινωνική», δηλαδή η «κοινωνία φθάνει σ’ ένα βαθμό πολυτελείας», όπου «απελπισμένη από την θέσι εις την οποίαν δε βρίσκει διόρθωσι συμβιβαστική με τον συνηθισμένο της βίο, αποφασίζει να φέρη μια ριζική αλλαγή…».

Πριν προχωρήσω στο κυρίως θέμα του παρόντος κειμένου θα συνοψίσω τα πορίσματα των ερευνών που αφορούν τις σχέσεις του Καβάφη με τον Σκληρό. Η ζωντανή γνωριμία μεταξύ τους χρονολογείται τον Δεκέμβριο του 1913, όταν το περιοδικό «Γράμματα» εγκαινιάζει το εντευκτήριό του. Ως το τέλος του επόμενου έτους, οπότε θα εμπεδωθεί στο λόγιο κοινό των Αιγυπτιωτών η εικόνα του μαρξιστή Σκληρού, τόσο με τις διαλέξεις του όσο και με τη συνεργασία του στα «Γράμματα», αυτός θα έχει παραλάβει το σύνολο των δημοσιευμένων ποιημάτων του Καβάφη, σύμφωνα με τους καταλόγους διανομής των εκδόσεων του τελευταίου. Στον ενδιάμεσο χώρο κινείται ο κοινός φίλος τους Παύλος Πετρίδης και σε μικρότερο βαθμό ο αδελφός του Γιώργος Πετρίδης, ιδρυτικό μέλος του «Εντευκτηρίου» (1915) και της «Δημοτικιστικής Ομάδας» (1916) Καΐρου. Στα αμέσως επόμενα έτη ο Καβάφης παρακολουθεί τις ομιλίες του Σκληρού που οργάνωσαν στην Αλεξάνδρεια τα περιοδικά «Νέα Ζωή» και «Γράμματα», μία από τις οποίες –με θέμα τη ζωή και τη σκέψη του Τολστόι– μνημονεύει επαινετικά ο ίδιος ο ποιητής. Μετά το 1917 οι δεσμοί φαίνεται ότι ισχυροποιούνται, με την κοινή πλαισίωση του εκδοτικού εγχειρήματος των «Γραμμάτων» (σε σημείωμα του Καβάφη, μάλλον του 1919 και προφανώς όχι του 1911), για τη συγκρότηση της «Κριτικής Ομάδας» του περιοδικού (καταγράφεται ότι «στην Κοινωνιολογία βάλαμε» τον Σκληρό και τον ίδιο τον ποιητή στη «λαογραφία και την ιστορία»), και με το κοινό ενδιαφέρον για την εδραίωση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου της Αιγύπτου» (1918).

«Ποιητής ιστορικός»;

Στα «καβαφικά αυτοσχόλια» που ανέδειξε ο Γ. Λεχωνίτης (1942), όπως τα «άκουσε από το στόμα του ίδιου του ποιητή» στο βιβλιοπωλείο «Γράμματα», δηλαδή στο «κέντρο των διανοουμένων» στην Αλεξάνδρεια, από το 1923 έως το 1933, προτάσσεται το εξής: «Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός. Ποτέ μου δεν θα μπορούσα να γράψω μυθιστόρημα ή θέατρον· αλλ’ αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορίαν. Μα τώρα είναι πια αργά». Προσθέτω επίσης επιμέρους καταγραφές: «καθαρώς ιστορικόν ποίημα» («Η δόξα των Πτολεμαίων»), «ποίημα ιστορικόν επίσης Ελληνο-ρωμαϊκής εποχής» («Ηρώδης Αττικός»), «ποίημα ιστορικόν» («Οροφέρνης»), «ποίημα εντελώς ιστορικόν» («Μανουήλ Κομνηνός»). Αποκομίζω και κάποιες διευκρινίσεις: «Δεν πρόκειται περί της τύχης, της μοίρας της ανθρωπότητος, αλλά περί της τύχης και μοίρας μερικών ανθρώπων» («Μονοτονία»), «Ο ποιητής βεβαίως δεν αντιμετωπίζει γενικότητας εις το εν λόγω ποίημα αλλά μερικότητα, όπως άλλως συχνά πραγματεύεται θέματα μεμονωμένα ή εξαιρετικών περιπτώσεων» («Η πόλις»), «Η κάμαρα η μικρή είναι η ζωή του ατόμου» («Πολυέλαιος»), «Ο ποιητής περιορίζει την προορατικότητα των σοφών εις το εγγύς μέλλον. Προβλέπουν ή μάλλον συμπεραίνουν μόνον τα “προσερχόμενα”» («Σοφοί δε προσιόντων»). Τέλος, την εκτίμηση του Μαλάνου για τους «Νέους της Σιδώνος» (400 μ.Χ.)»: ο ποιητής «επιδιώκει δύο πράγματα. Να ξαναδώσει με τα μέσα της τέχνης του την ατμόσφαιρα μιας ωρισμένης ιστορικής εποχής, και, συνάμα την εποχήν αυτή να τη μεταχειριστεί για να εκφράσει τις προσωπικές του ιδέες».

Ηδη από τις αρχικές εκτιμήσεις της ποίησης του Καβάφη είχε διατυπωθεί η ανάγκη οριοθέτησης της «ιστορικής αίσθησης» που τη συνέχει. Ο Πιερής ανέδειξε ορθά το πρόβλημα, εισηγούμενος την «τριμερή κατάταξη» των ποιημάτων σε «ψευδοϊστορικά», «ιστοριογενή» και «ιστορικοφανή» (Σεπτ. 1983). Θυμίζω μόνον τις επισημάνσεις του Σεφέρη (1993): «Το σπουδαιότερο μέσο που έχει πια ο Καβάφης για να κάνει ποίηση είναι η αίσθηση της Ιστορίας. Η Ιστορία, η σημερινή και η αλλοτινή, έχει γίνει ένα με την ευαισθησία του· τον αλλοιώνει· τον κάνει πραγματικό· την κάνει πραγματική» και «ποιητής ιστορικός δε σημαίνει βέβαια τον ποιητή που γράφει και ιστορία ή που στιχουργεί την ιστορία, αλλά σημαίνει, αν η λέξη ποιητής έχει κανένα νόημα, τον άνθρωπο που έχει την ιστορική αίσθηση». Βλ. Γνώσης «επί-γνωση» (2017:148-152).

*Ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων