Δεν ξέρω αν είναι ιεροτελεστία. Ισως με την αρχαιοελληνική έννοια της μυητικής διαδικασίας να είναι – από χριστιανικά δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν είναι λυτρωτικό. Εικάζω πως επαφίεται στον «πατριωτισμό» κάθε θεατή/συμμετέχοντα ξεχωριστά, καθώς και στην κατάσταση όπου βρίσκονται τα νευροφυτικά του – πάντως με τις «λυτρώσεις» προσωπικά δεν το έχω. Δεν ξέρω καν αν είναι καθαρτικό. Ισως πάλι με την αρχαιοελληνική έννοια της «κάθαρσης», όπως αυτή μας έρχεται από τα έργα των μεγάλων τραγικών να είναι – γενικά, το όποιο καθαρτικό καλό κάνει. Αδειάζεις!
Με το καλό θέατρο μπορεί να συμβαίνουν όλα τα παραπάνω. Το καλό θέατρο μπορεί να είναι όλα τα παραπάνω. Πάντως, αν κάτι είναι σίγουρα, αυτό είναι άδειασμα και γέμισμα. Αν μείνεις άδειος, δεν αρκεί. Αν φύγεις υπεργεμάτος, απλώς έχεις γκώσει. Το να σε αδειάσει από τις πολλές συνάφειες του κόσμου, από τις πολλές κινήσεις και ομιλίες, από την έκθεση στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία, που λέει κι ο ποιητής (καθώς με όλα αυτά πάμε στο θέατρο), και να σε γεμίσει έπειτα με κάτι όσο άυλο τόσο και υπαρκτό, όσο άπιαστο τόσο και απτό, τότε το καλό θέατρο έχει επιτελέσει τον σκοπό του: σε έχει κάνει να νιώσεις πώς είναι να είσαι ολόκληρος άνθρωπος. Και αν έχεις και δυο δράμια μυαλό και κάποια συναίσθηση κάπως ανεπτυγμένη, τότε το καταλαβαίνεις κιόλας. Καταλαβαίνεις τι νιώθεις.
Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά παίζεται η παράσταση «Τρεις ψηλές γυναίκες». Το έργο είναι του Εντουαρντ Αλμπι και η σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Ουίλσον. Και είναι από τις καλύτερες παραστάσεις που έχουμε δει ποτέ… Φέτος, στο ίδιο θέατρο ήρθαν τρεις μεγάλοι (σε φήμη, εμπειρία και ταλέντο) σκηνοθέτες: ο Πέτερ Στάιν σκηνοθέτησε τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου (οι παραστάσεις έχουν ολοκληρωθεί), ο Μπομπ Ουίλσον τις «Τρεις ψηλές γυναίκες» που παίζεται ήδη, και ο Ρώσος Αντολφ Σαπίρο σκηνοθετεί Τσέχοφ («Πλατόνοφ») και θα ξεκινήσει στις 21/2. Μπορούμε, λοιπόν, να μιλήσουμε μόνο για τις δύο πρώτες προσώρας: όσο «αρπαχτή» (γιατί αυτό ήταν!) ήταν ό,τι επέλεξε να μας παρουσιάσει ο κατά τα λοιπά πράγματι σπουδαίος Πέτερ Στάιν με τον «Μισάνθρωπο», τόσο τρομακτικά ουσιαστική και υπερβατικά πραγματική ήταν η σκηνοθεσία του Ουίλσον… με τρεις «πανύψηλες» γυναίκες επί σκηνής!
Η Ρένη Πιττακή και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είχαν ήδη πάρει τον ρόλο της η κάθε μία. Δύο κυρίες του θεάτρου, που το ανάστημά τους ξεχωρίζει χρόνια τώρα και η σκιά του θα υπάρχει και μετά από αυτές. Η τρίτη, ωστόσο, πέρασε από οντισιόν: είναι η νεότερη ηλικιακά – και σπουδαίες ηθοποιοί πέρασαν δοκιμαστικό για τον ρόλο. Τον κέρδισε η Λουκία Μιχαλοπούλου… Τι ηθοποιός! Πόσο εφάμιλλα και πόσο ανεξάρτητα (αν και σε ουσιαστική σύνδεση) στέκεται πάνω στη σκηνή δίπλα στις δύο κυρίες. Πόση λάμψη και ηθική αισθητική αποδίδει στον ρόλο! Μαζί τους είναι και ο χορευτής Αλέξης Φουσέκης, που ερμηνεύει μόνο μέσω κινήσεων τον ίδιο τον συγγραφέα, τις σκέψεις του οποίου ακούμε από τα ηχεία. Πρόκειται για σκηνοθετική επιλογή του Ουίλσον, καθώς ο Αλμπι δεν υπάρχει στο έργο, και δεν θα μπορούσε να έχει επιλέξει ιδανικότερο να τον ενσαρκώσει με την ίδια του τη σάρκα.
Το σκηνικό είναι εξαιρετικά λιτό, αλλά η σκηνή γεμίζει: λίγα έπιπλα ειδικής κατασκευής, τρεις γυναίκες με περίτεχνα χτενίσματα, λευκές στο πρόσωπο και εντελώς φορμαλιστικά κοστούμια. Δυνατοί, εκκωφαντικοί ανά στιγμές ήχοι (ο Thorsten Hoppe που σχεδίασε τον ήχο ήταν εξαιρετική επιλογή του σκηνοθέτη), η πρωτότυπη μουσική του δικού μας Θοδωρή Οικονόμου ακουγόταν λες και έπαιζε ζωντανά κάπου που απλώς δεν τον βλέπαμε, «αγκαλιάζοντας» την υπαρξιακή μεταφυσική της παράστασης. Οσο για το ίδιο το έργο… επιτέλους είδαμε ένα προσωπικό, σχεδόν αυτοβιογραφικό έργο να αποδίδεται με τρόπο δωρικά κωμικό, τόσο οικείο όσο και μεγαλειώδη.
Τα πάντα ήταν σχεδιασμένα στην παραμικρή τους λεπτομέρεια: μάθαμε πως ο ίδιος ο σκηνοθέτης είχε χορογραφήσει ουσιαστικά ακόμη και τις κινήσεις των βοηθών σκηνής, καθώς μας εντυπωσίασε το πόσο γρήγορα και δίχως τον παραμικρό ήχο άλλαζαν τα σκηνικά. Τίποτα στην τύχη – τίποτα τυχαίο. Συγχαρητήρια οφείλουμε και στον παραγωγό, που πάνω απ’ όλα σεβάστηκε τους θεατές. Γιατί αν ήταν να πηγαίνουμε για να δούμε «αρπαχτές» διασήμων στο θέατρο, προτιμότερος ο Ρέμος. Αν όμως μιλάμε για καλό θέατρο, τότε αυτή η παράσταση είναι το παράδειγμα. Και αξίζει και χρόνο και χρήμα, ακόμη και την ενόχληση για όσους (ευτυχώς λίγους) ανοίγουν τα κινητά τους κατά τη διάρκειά της παράστασης, λες και κρίνεται η ζωή τους από το σκρολάρισμα στο fb.
…Το καλό θέατρο είναι για όλους. Αν θα ληφθεί ως τέτοιο, εξαρτάται και από τα βαρίδια που φέρουμε μαζί μας μέχρι να καθίσουμε στις θέσεις μας. Και πόσο ασύλληπτα όμορφο είναι σαν η ίδια η παράσταση τα ξεπερνά! Κι αυτά, κι εμάς μαζί… Ούτως ή άλλως, δεν μας είχε ποτέ ανάγκη. Εμείς την έχουμε.
Μία υπόκλιση, από εμάς, σε τρεις πανύψηλες γυναίκες… και ακόμη έναν.
