Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εμβληματικό παράδειγμα της κουλτούρας ακύρωσης παραμένει αυτό της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, δημιουργού του «Χάρι Πότερ», η οποία πριν από δύο χρόνια αποκλείστηκε από… την προβολή ταινίας για το έργο της, από την εταιρεία Warner, επειδή οι δηλώσεις της για την ύπαρξη γυναικείου φύλου θεωρήθηκαν τρανσφοβικές. Τον τελευταίο χρόνο πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου εισηγούνται την κατάργηση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας καθώς «προωθεί τον ρατσισμό, τη λευκή υπεροχή και την πατριαρχία», αποδεικνύοντας πως ο παροντισμός του πολιτισμού της ακύρωσης διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια καταδικάζοντας τα άλλα παρελθοντικά «παρόντα».

Ποιος ακυρώνει τι και γιατί; Ποιος επιθυμεί την ακύρωση κάποιων πτυχών του πολιτισμού μας και ποιες είναι οι ψυχολογικές ρίζες του cancel cutlure;

Στο βιβλίο The Age of Guilt – The Superego in the Online World (Η εποχή της ενοχής – Το υπερεγώ στον διαδικτυακό κόσμο) ο Mark Edmundson υποστηρίζει ότι το διαδίκτυο έχει γίνει ο χώρος όπου το υπερεγώ έχει εκδηλωθεί στον πολιτισμό μας. Αντί το διαδίκτυο να είναι ένα απλό φόρουμ ανταλλαγής ιδεών και πληροφοριών, έχει γίνει ένας χώρος κρίσης και καταδίκης, απαιτώντας την τιμωρία όσων έχουν παραβιάσει τα ήθη μας. Ο συγγραφέας θίγει δηλαδή μια σχέση μεταξύ του υπερεγώ και της κουλτούρας της ακύρωσης. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η κουλτούρα ακύρωσης είναι μια διεθνής τάση που έχει επίκεντρο το διαδίκτυο και τα σόσιαλ μίντια με ξεκάθαρη τάση την ηθικολογία και την απόδοση δικαιοσύνης μέσα από τη διαπόμπευση προσώπων και θεσμών.

Συγκεκριμένα η cancel culture εμπεριέχει τη δημόσια τοποθέτηση εναντίον ενός ατόμου ή ενός θεσμού για ενέργειες που θεωρούνται ενοχλητικές ή προσβλητικές. Σε μια πρώτη φάση η cancel culture υπήρξε αποτελεσματική στην καταπολέμηση του ρατσισμού, του σεξισμού, του ρατσισμού και άλλων κοινωνικών παθογενειών, λαμβάνοντας θετικό πρόσημο ως κοινωνική πρακτική. Μόνο που αρκετά σύντομα ο έλεγχος χάθηκε καθώς η κουλτούρα της ακύρωσης δυνάμωσε επικίνδυνα με το κίνημα MeToo και άρχισε να σπέρνει πόλωση, σύγχυση και διχασμό με όχημα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σταδιακά ολόκληρες πλατφόρμες μετεξελίχθηκαν σε τοξικά περιβάλλοντα με αναρτήσεις που κατακρίνουν, χλευάζουν και «ακυρώνουν», σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει πια διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού και είναι σχεδόν σαν να ζούμε μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας στο διαδίκτυο από ό,τι στον πραγματικό, απτό κόσμο.

Τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα φέρουμε την αλλαγή με το να διαπομπεύουμε δημοσίως τους άλλους;

Η πολιτική ορθότητα μεταμορφώθηκε σταδιακά σε woke κουλτούρα (κουλτούρα της αφύπνισης), δηλαδή το να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση για κοινωνική και φυλετική δικαιοσύνη (woke). Ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Αλέν Μιλέρ σχολίασε χαρακτηριστικά: «Το woke καθιστά την έννοια της δικαιοσύνης κάτι απόλυτο, αιώνιο. Διορθώνονται ακόμα και οι αδικίες του παρελθόντος, όλα γίνονται παρόν, το παρελθόν εξαφανίζεται προς όφελος του παρόντος, ο χρόνος καταδικάζεται σε εξαφάνιση».

Ο πολιτισμός της ακύρωσης, ωστόσο, δεν είναι κάτι καινούργιο. Η δημόσια διαπόμπευση χρησιμοποιείται από τότε που υπάρχουν οι κοινωνίες. Οπως και η μανία της μάζας. Απλά σήμερα η cancel culture στην εποχή της μετα-αλήθειας λαμβάνει χώρα με μια πρωτόγνωρη ένταση και βιαιότητα λόγω των μέσων κοινωνικών δικτύωσης, διεκδικεί την ακύρωση σημαντικού μέρους του ιστορικού παρελθόντος αδιαφορώντας για την ιστορική πραγματικότητα και ταυτίζεται αναπόδραστα με την καταστροφή του πολιτιστικού κεφαλαίου ανθρώπων και συνόλων.

Είναι τελικά η cancel culture ένας πόλεμος της μνήμης; Κατά πόσο η κουλτούρα της ακύρωσης θέλει να τιμωρήσει και να καταστρέψει ή να αποκαταστήσει και να θεραπεύσει;

Το βέβαιο είναι πως η κουλτούρα ακύρωσης, ως κοινωνικό φαινόμενο, αποκαλύπτει ενδιαφέρουσες πτυχές της ψυχολογίας της ομάδας, της πολιτικής ταυτότητας και της δυναμικής της δημόσιας ντροπής στους ψηφιακούς χώρους. Στην ουσία, η κουλτούρα ακύρωσης αναφέρεται σε μια ευρέως διαδεδομένη πρακτική ακύρωσης δημόσιων προσώπων αφού έχουν κάνει ή έχουν πει κάτι που θεωρείται αποδοκιμαστέο ή προσβλητικό, όπως έχει σχολιάσει ο Αντονι Γκίντενς.

Αν δεν εμβαθύνουμε λοιπόν στις ψυχολογικές διεργασίες που διέπουν την κουλτούρα της ακύρωσης, δεν θα μπορέσουμε να την κατανοήσουμε. Η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας μάς βοηθά να καταλάβουμε πώς τα άτομα αντλούν την αυτοαντίληψη από τις κοινωνικές ομάδες που τα ωθούν να ευθυγραμμίζονται με ομαδικούς κανόνες. Ο σχηματισμός τέτοιων ομάδων ιδεολογικής ομοιογενοποίησης ενισχύεται από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, με αποτέλεσμα μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων να «ακυρώνει» στο όνομα της συνοχής της ομάδας και της διατήρησης της κοινωνικής ταυτότητας.

Πρόκειται τελικά για διαγραφή μιας πλευράς της Ιστορίας ή για αναμέτρηση με την Ιστορία, για εμπόδιο στην ελευθερία του λόγου ή σύγχρονη πρακτική κοινωνικής δικαιοσύνης; «Προσπαθούμε να αναχαράξουμε τις μνημειακές πολιτικές με σύγχρονη ματιά αλλά και με το πρίσμα των δικών μας αντιλήψεων που τίθενται ως ο εφήμερος Κανόνας», εξηγεί η Γαλλίδα ιστορικός Λορ Μιρά στο βιβλίο της «Ποιος ακυρώνει τι; Σκέψεις για την cancel culture».

Την επόμενη φορά που θα βρεθούμε μπροστά στον πειρασμό της ακύρωσης, ας αναλογιστούμε ποιοι είμαστε εμείς και η ομάδα μας, τι θέλουμε να ακυρώσουμε και γιατί…

Το θεατρικό έργο «The Doctor» του Robert Icke (σε σκηνοθεσία Κ. Ευαγγελάτου) αναδεικνύει αυτή τη στιγμή στο θέατρο Αμφιθέατρο το αποτύπωμα της υπερβολικής ενασχόλησης με τις πολιτικές της ταυτότητας, την ανεξέλεγκτη τροπή που μπορεί να πάρει η λογοκρισία απόψεων με τις οποίες διαφωνούμε, τα λαϊκά δικαστήρια που χλευάζουν και ακυρώνουν ανθρώπους στο διαδίκτυο.