ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Γ. Τσούπρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το (τυχόν μικρό ή μεγάλο) απόσταγμα σοφίας ενός ποιήματος συνιστά «μια αποσαφήνιση της ζωής – όχι απαραίτητα μια σπουδαία αποσαφήνιση, […], αλλά μια στιγμιαία σταθερότητα στη σύγχυση», έγραφε σε ένα εισαγωγικό στην ποίησή του κείμενο ο Robert Lee Frost (1874-1963).

Στο ποίημα «Τα Δέντρα και η Συνείδηση», ο δικός μας Νικηφόρος Βρεττάκος εξέφραζε την επιθυμία να αντικατασταθεί «στον τομέα τής δημιουργίας» από τα δέντρα που φυτεύει (αυτό πιθανότατα θα έβρισκε σύμφωνο και τον De Luca) παρά, όπως γίνεται με τους μείζονες δημιουργούς, από το έργο του. Ευτυχώς, ενίοτε φαντάζει, τουλάχιστον, εφικτό να αποδοθεί ο προσωπικός χαρακτήρας ενός έργου (πεζού ή ποιητικού), το «ειδικό βάρος» του, διά μέσου αποσπασμάτων τα οποία συμπυκνώνουν τη βαθύτερη ουσία του, την αυστηρά δική του ποιότητα «στιγμιαίας σταθερότητας».

Στην περίπτωση του Ναπολιτάνου Erri De Luca (συνιδρυτή τής ακροαριστερής οργάνωσης Lotta Continua, συγγραφέα, σεναριογράφου, σκηνοθέτη και ηθοποιού, με πρόσθετες δεξιότητες εξασκημένες είτε προς βιοπορισμόν, οδηγός φορτηγού, εργάτης, οικοδόμος, είτε προς αναψυχήν, αλπινιστής αγωνιστικής αναρρίχησης, είτε προς γνώσιν, αλλά όχι συμμόρφωσιν, αυτοδίδακτος στην αρχαία εβραϊκή από όπου μετέφρασε ορισμένα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, τη ρωσική, τη σουαχίλι, τη γίντις – πόσο (!) δύσκολο είναι να υπολογιστεί ένα τέτοιο «ειδικό βάρος»), μια ενδεικτική επιλογή θα μπορούσε να είναι η παρούσα (χωρισμένη σε δύο μέρη)· οι εκδόσεις «Κέλευθος», τηρώντας τη δέσμευση που τους επιβάλλει η επωνυμία τους (η αρχαία ελληνική λέξη, μεταφορικά, σημαίνει «οδός ή τρόπος ζωής»), έχουν κυκλοφορήσει προσώρας μια μικρή, έστω, συγκομιδή από τους, περισσότερους των 60, τίτλους ετούτης της σημαντικότατης προσωπικότητας.

Κατά χρονολογική σειρά έκδοσης του πρωτοτύπου, η αρχή της σταχυολόγησης θα πρέπει να γίνει με το «Aceto, Arcobaleno. Οι λέξεις μου» (1992), όπου ο συγγραφέας αναδιηγείται ως αφηγητής (μια ημι-ταύτιση πολύ συχνή στο έργο του, με κυμαινόμενες αποστάσεις μεταξύ των δύο ρόλων) τις ιστορίες τριών παιδικών φίλων, οι οποίοι πορεύτηκαν σε διαφορετικές οδούς (αντίστοιχες επιλογές, την πολιτική, την ιεραποστολική, τον ένοπλο αγώνα στις πόλεις, έχει κάνει και ο συγγραφέας) και τώρα μετρούν κέρδη και απώλειες. Η καρδιά του βιβλίου φαίνεται να χτυπά στην ερμηνεία, στο πλαίσιο της πρώτης ιστορίας, των ιταλικών λέξεων του τίτλου (= «ξίδι», «ουράνιο τόξο»: ήταν οι πρώτες λέξεις ενός μικρού λεξικού που ο πατέρας του πρώτου φίλου προσπαθούσε να διδάξει στα παιδιά του) και στα συμφραζόμενά της: «Aceto, arcobaleno: δεν διασώθηκαν άλλες λέξεις, έχω διατηρήσει αυτές, γιατί ήταν στο αρχίνισμα και μόνο τα αρχινίσματα μου έχουν αφήσει κάτι. Γι’ αυτό παρατούσα διαρκώς δουλειές και πόλεις κι αρχινούσα πάλι απ’ την αρχή, λες και τα αρχινίσματα ήταν μια υποχρέωση. Αντιλαμβάνομαι ότι σ’ αυτό μοιάζω με την εποχή μου, τούτος εδώ είναι ένας αιώνας που καταπιάστηκε με πολλά από την αγωνία του ν’ αρχινίσει και δεν κατάφερε να κουμαντάρει τη συνέχεια».

Το «Είσαι δικός μου, εσύ» (1998) εμπλέκει την εφηβεία του πρωτοπρόσωπου αφηγητή-πρωταγωνιστή, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, με τη μεγάλη Ιστορία και τα ακανθώδη ερωτήματα, τα οποία οι δικοί του αποφεύγουν να απαντήσουν: μελανοχίτωνες και παρτιζάνοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, ναζί και Εβραίοι, σύμμαχοι και αφεντικά συνυπάρχουν στις σελίδες της ζωής του δεκαεξάχρονου ήρωα, μαζί με ψαράδες, παιδιά της πόλης (όπως εκείνος) και νησιώτες, πρώτους έρωτες και μεταφυσικές παρεμβάσεις, Γερμανούς τουρίστες και στοιχήματα μιας προσωπικής επανάστασης. «Εδώ κι έναν χρόνο βλέπω μόνο αδικίες, συνειδητοποιώ χρέη που έχουν φτάσει ώς εμένα. [….] Βλέπω να κρατούν την πόλη μας στη γροθιά τους άνθρωποι που την πούλησαν στον αμερικάνικο στρατό. Βλέπω τους ξένους στρατιώτες να κατουράνε στους δρόμους, μεθυσμένοι, βλέπω τις γυναίκες κρεμασμένες στα παντελόνια τους. […] Βλέπω πως […] κανείς δεν δυσανασχετεί, κανείς δεν ντρέπεται γι’ αυτά. Βλέπω πως ο πόλεμος μας ταπείνωσε».

Το «Το βάρος της πεταλούδας» (2009) αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη μοναδικότητα (στα ελληνικά έχει ανατυπωθεί 6 φορές), σαφέστερα, ένα κομψοτέχνημα, έναν υφολογικό και ψυχοφιλοσοφικό θρίαμβο του δημιουργού του. Ο βασιλιάς των αγριόγιδων και ο βετεράνος αναρριχητής, πρώην επαναστάτης, (λαθρο)κυνηγός του (ο δεύτερος είχε σκοτώσει τη μητέρα του πρώτου) υπονομεύουν ο ένας την ύπαρξη του άλλου και παρακολουθούν τις κινήσεις τους, είτε για να αμυνθούν είτε για να επιτεθούν. Η αφήγηση προχωρά, με επανερχόμενα, δομικά ή επιτονιστικά, λάιτ-μοτίβ, ως προδιαγεγραμμένη πορεία θανάτου/αυτοκτονίας/παραίτησης, ως μουσικό κομμάτι χωρισμένο σε μέρη, όπως η μελωδία-θρηνωδία της ζωής: «Οι οπλές του αγριόγιδου είναι τα τέσσερα δάχτυλα του βιολιστή. Πάνε στα τυφλά και δεν λαθεύουν ούτε χιλιοστό. Χιμούν σε γκρεμούς, παιχνιδιάρες στην ανηφοριά, ακροβάτες στην κατηφοριά, είναι καλλιτέχνες τσίρκου για το θεωρείο των βουνών. Οι οπλές του αγριόγιδου γαντζώνονται στον αέρα. Ο ρόζος τους, μικρό μαξιλαράκι, όποτε θέλει λειτουργεί σαν σιγαστήρας, διαφορετικά το χωρισμένο στα δύο νύχι είναι καστανιέτα για φλαμένκο. Οι οπλές του αγριόγιδου είναι τέσσερις άσοι σε τσέπη χαρτοκλέφτη. Μ’ εκείνες η βαρύτητα είναι μια παραλλαγή σ’ ένα θέμα, όχι ένας νόμος». Αμφότεροι οι αντίπαλοι, όμως, πνέουν τα λοίσθια: «[…] ο άνθρωπος είναι ικανός να μελετήσει το[ν] χρόνο από τα πριν, να τον προσχεδιάσει. Αυτή είναι συνάμα και η καταδίκη του, γιατί δίνει τη βεβαιότητα του θανάτου». Ενός θανάτου που, στη συγκεκριμένη αναμέτρηση, προμηνύεται από μια λευκή πεταλούδα· μηδαμινό το βάρος της, αλλά μοιραίο – το αγριόγιδο το «σημάδεψε» ήδη στην ανάρρησή του, πάνε χρόνια· τον άνθρωπο τον επέλεξε μόλις τον φετινό Νοέμβρη.

Και τι φοβερή η σύμπτωση αυτού του συμβολισμού με τη δοξασία που παραθέτει ο Νίκος Καζαντζάκης στον Ανήφορο: «Οι Κρητικοί βοσκοί πιστεύουν πως υπάρχει ένα σκουλήκι, ο Ανεμίστακας, που καθίζει στην κεφαλή του μπροσταρόκριγιου, λίγες ώρες πρι να τον σφάξουν, και του δίνει τη δύναμη ν’ ανεμίζεται, να μαντεύει το θάνατό του. Το σκουλήκι τούτο είχε ανέβει ξαφνικά στο κεφάλι του Κοσμά».