Φέτος τα κατμέρια, τα άγρια ζουμπούλια, δεν θα σου τα προσφέρω στο σπίτι, στο πλουμιστό πήλινο βάζο. Κι ούτε θα αναρωτηθείς «πότε ανοίγουν τα σχολειά». Μα πιότερο δεν θα ακουστεί η ευχή σου τις γιορτινές μέρες: «Να χαιρόμαστε τους Γιάννηδές μας», τα εγγόνια σου. Πώς πέρασαν τα χρόνια, οι δεκαετίες, μια ζωή ολάκερη; Σαν χθες μου ‘λεγες πόσο γρήγορα θα μεγαλώσει ο μικρός μου αδερφός ώστε να παίζουμε στην αυλή, «του μεγάλο κι του μ’κρό». Τώρα είμαστε εμείς στη θέση του γονιού και συ έγινες μνήμη, αγαπημένη, κι ενθύμηση γλυκιά.
Τ’ εγγόνια θυμούνται που τα συνόδευες στα σχολειά τους, που μαζεύατε αμύγδαλα από τις αμυγδαλιές του δρόμου. Την αποστροφή του μικρού για τη φοίτηση στο νηπιαγωγείο, τις αγκαλιές στον καναπέ, τις γιορτινές νύχτες, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στο τζάκι που θύμιζε τα δικά σου μικράτα στο ντάμι, το μικρό αγροτόσπιτο της οικογένειας. Φέρνω στον νου την τεράστια αιωνόβια ελιά, στην οποία καταφεύγατε για να προστατευτείτε από τους βομβαρδισμούς στην Κατοχή. Τις δυο ελιές που κάνουν ρουπάδες, τις εκλεκτές, γευστικότατες ελιές. Και κει παραδίπλα οι ρίζες των κατμεριών. Τώρα όλα έγιναν μνήμες, που πρέπει να τις διατηρήσουμε και να τις μεταφέρουμε εμείς οι κατιόντες. Τι δύσκολο να γίνεις, να είσαι ο μεγάλος της οικογένειας και του σογιού!
«Αγκάλιασέ με, κρυώνω», μου πες κάποια απ’ τις τελευταίες μέρες της νοσηλείας σου στο νοσοκομείο. «Φιλάκι;» ψιθύριζες στη συνέχεια. Εσύ που δεν ζητούσες σχεδόν τίποτα στη ζωή σου. Δεχόσουν την αρρώστια ή τον πόνο σαν κάτι φυσικό, που έρχεται στη ζωή του ανθρώπου και περνά με την υπομονή και την αντοχή ή οδηγεί στο τελευταίο ταξίδι, το αιώνιο. «Τι καλοπάταγη γυναίκα», λέγαν οι νοσοκόμες, «μόνο νερό ζητά, καλά είμαι μας λέει». Κι αυτά χαμηλόφωνα, αδύναμα, λόγω της φθοράς που έφερε η παρατεταμένη νοσηλεία κι η αποδιοργάνωση του οργανισμού. Εναλλάσσονταν γιατροί, διάφορων ειδικοτήτων, νοσοκόμες, τραπεζοκόμοι. Ολοι με δοτικότητα, φροντίδα, προσπαθούσαν να προσφέρουν, να συμβάλουν στην απάλυνση του πόνου.
Μένουν τα ερωτήματα για το αιώνιο ταξίδι, οι αναμνήσεις, άυλες, κι οι τυπωμένες φωτογραφίες. Η χρονική παράθεσή τους φτιάχνει την οικογενειακή ιστορία, το δέντρο της οικογένειας και τα παρακλάδια του. «Αφήστε μένα, να πάτε εκδρομή, να διασκεδάζετε, να ταξιδεύετε, να δείτε τόπους όποτε γίνεται». Τώρα που είστε νέοι και μπορείτε, απόσωνε. Φιλοσοφημένοι οι παλιοί άνθρωποι, κι ας νομίζαμε ότι ήταν κλειστοί στον χρόνο και στον χρόνο.
Η πασχαλιά της αυλής μας άνθισε φέτος τις γιορτές, ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Σε αποχαιρέτησε, μαζί με μας, αγαπημένη μητέρα.
