Τη λέξη «γυναικοκτονία» χρησιμοποίησε αυθόρμητα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά τη συνέντευξή του στην τηλεόραση της ΕΡΤ. Η συνέντευξη αυτή έρχεται λίγες μέρες μετά την πρώτη γυναικοκτονία μέσα στο 2024, αποδεικνύοντας ότι το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί παρελθόν για τη χώρα και ότι συνεπώς απαιτούνται δραστικά μέτρα για την άμεση αντιμετώπισή του, όπως η νομική χρήση του όρου.
Μάλιστα, η πρώτη γυναικοκτονία του έτους ήταν ιδιαιτέρως άγρια και υπάρχουν επίσημες καταγγελίες πως είχε προηγηθεί επανειλημμένη κακοποίηση της αδελφής του θύματος από τον φερόμενο δράστη, με απειλές και βαριές σωματικές βλάβες κατά το παρελθόν.
Ωστόσο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αρνηθεί να χρησιμοποιήσει νομικά τον όρο «γυναικοκτονία», παρά τις πιέσεις κομμάτων της αντιπολίτευσης αλλά και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στο ίδιο μήκος κύματος παρέμεινε ο πρωθυπουργός και κατά τη συνέντευξή του στην ΕΡΤ. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν χρησιμοποιεί νομικά τον όρο, ισχυρίστηκε ότι «η γυναικοκτονία είναι η αναγνώριση, η λέξη από μόνη της, είναι η αναγνώριση ενός εγκλήματος, μιας δολοφονίας, με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν αλλάζει όμως το αποτέλεσμα, δολοφονία είναι».
Στη συνέχεια κατάφυγε στην προσφιλή του τακτική επίθεσης προς τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αλλά και αλλαγής ατζέντας, αναφερόμενος σε άλλες κυβερνητικές ενέργειες, όπως το «panic button». Όπως είπε χαρακτηριστικά, «εμείς ήμασταν αυτοί που αυστηροποιήσαμε τις ποινές, ο ΣΥΡΙΖΑ μείωσε τις ποινές για τέτοιου είδους εγκλήματα. Άρα, τώρα αυτή η κριτική νομίζω ότι δεν έχει καμία απολύτως υπόσταση».
Και πρόσθεσε: «Αυτό το οποίο, αντίθετα, έχει αξία είναι το γεγονός ότι αρκετές εκατοντάδες γυναίκες σήμερα έχουν το “panic button”. Το “panic button” έχει ενεργοποιηθεί πολλές φορές και έχει σώσει ανθρώπινες ζωές. Αυτές είναι οι πολιτικές, μαζί με τη γραμμή υποστήριξης, το 1555, μαζί με τα κέντρα οικογενειακής βίας, τα γραφεία οικογενειακής βίας στα αστυνομικά τμήματα, μαζί με την εκπαίδευση της Αστυνομίας ότι όταν κάποια γυναίκα πηγαίνει και καταγγέλλει ένα περιστατικό πρέπει να το παίρνουν σοβαρά, δεν είναι “έλα μωρέ τι έγινε”. Και έχουμε δει σημαντικές διαφορές.
Τουλάχιστον, αναγνώρισε ότι «πρέπει να τρέξουμε ακόμα περισσότερο».
