Με μια κίνηση εντυπωσιασμού (διεξαγωγή όλων των αγώνων της Super League 1 κεκλεισμένων των θυρών για τους επόμενους 2 μήνες) επιχειρεί η κυβέρνηση να αμβλύνει την εξαιρετικά έντονη πίεση που αισθάνεται για το γεγονός ότι είναι η τρίτη φορά που εξαγγέλλει μέτρα για την αντιμετώπιση της οπαδικής βίας.
Θυμίζουμε ότι εξαγγελίες για την οπαδική βία έκανε πρώτα τον Φεβρουάριο του 2022 μετά τη δολοφονία του Αλκη Καμπανού και έπειτα πάλι τον περασμένο Αύγουστο του 2023, μετά τη δολοφονία του Μιχάλη Κατσουρή στη Νέα Φιλαδέλφεια, και κάνει ξανά και τώρα, κάτι που βέβαια ισοδυναμεί με ομολογία αποτυχίας και αναποτελεσματικότητας στον τομέα αυτό.
Οσο για το μέτρο για τους αγώνες χωρίς φιλάθλους, το οποίο δεν είναι το σκληρότερο από τα σενάρια που ακούγονταν, εντύπωση προκαλεί ότι αφορά μόνο το ποδόσφαιρο, ενώ τα επεισόδια που οδήγησαν στον βαρύτατο τραυματισμό του αστυνομικού σημειώθηκαν έξω από το γήπεδο με αφορμή παιχνίδι βόλεϊ. Ως εκ τούτου, το μέτρο αυτό της κυβέρνησης δεν εμποδίζει να υπάρξουν νέα τέτοια επεισόδια με αφορμή άλλο αντίστοιχο παιχνίδι.
Χωρίς φιλάθλους
Σε αυτό το πλαίσιο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ανακοινώνοντας τα μέτρα που αποφασίστηκαν στην κυβερνητική σύσκεψη του Σαββάτου στο μέγαρο Μαξίμου, δήλωσε ότι η διεξαγωγή «όλων των αγώνων της Super League 1» θα γίνεται «κεκλεισμένων των θυρών για τους επόμενους 2 μήνες, δηλαδή μέχρι 12 Φεβρουαρίου 2024» και πως «το μέτρο αυτό θα επεκταθεί και για τους εντός έδρας αγώνες των ομάδων β’ της Super League 2 οι οποίες ανήκουν στις αντίστοιχες ΠΑΕ της πρώτης επαγγελματικής κατηγορίας».
Είπε ακόμα ότι το μέτρο θα έχει άμεση εφαρμογή και ότι «θα δύναται να επεκταθεί κατά περίπτωση και σε εντός έδρας ευρωπαϊκούς αγώνες των ελληνικών ομάδων, ενώ ο προσεχής εντός έδρας αγώνας του Ολυμπιακού με την Μπάτσκα Τόπολα για το Europa League θα διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, «έως τις 12 Φεβρουαρίου 2024 θα αξιολογηθούν τα αποτελέσματα της εφαρμογής της ανωτέρω απόφασης, προκειμένου να εξετασθεί η παράταση της εφαρμογής της, σε περίπτωση που δεν τηρηθούν απολύτως οι νόμιμες προϋποθέσεις ασφαλούς διεξαγωγής των αγώνων ποδοσφαίρου», ενώ πρόσθεσε ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή θα εξεταστεί η πλήρωση των προϋποθέσεων της εγκατάστασης και λειτουργίας καμερών υψηλής ευκρίνειας στις προδιαγραφές της UEFA στο σύνολο των γηπέδων της Super League 1, καθώς και συστήματος ηλεκτρονικής εισόδου φιλάθλων με ταυτόχρονο έλεγχο ταυτοπροσωπίας».
Θυμίζουμε βέβαια ότι τα περί καμερών και ταυτοπροσωπίας δεν είναι καινούργια. Και τον περασμένο Αύγουστο ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε εξαγγείλει την ενεργοποίηση από τις ΠΑΕ καμερών μέσα στα γήπεδα. Οσο για το θέμα του ελέγχου ταυτοπροσωπίας, μετά τη δολοφονία του Μιχάλη Κατσουρή στη Νέα Φιλαδέλφεια, ο Κυρ. Μητσοτάκης είχε εξαγγείλει επίσης ότι «η Αστυνομία θα έχει πια ουσιαστικό έλεγχο προκειμένου να ελέγχει την είσοδο των οργανωμένων φιλάθλων στις θύρες εκείνες που στο παρελθόν μάς έχουν δημιουργήσει πρόβλημα». Τώρα βέβαια ο ρόλος που θα έχει η αστυνομία στα γήπεδα έχει αφεθεί μέχρι στιγμής από την κυβέρνηση να είναι θολός.
Και το δεύτερο το οποίο ανακοινώθηκε χθες –και το οποίο θέλει περισσότερο από τις κεκλεισμένες θύρες να προβάλει η κυβέρνηση– είναι, όπως δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ότι σήμερα ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Γιάννης Οικονόμου και ο αναπληρωτής υπουργός Αθλητισμού Γιάννης Βρούτσης «θα επισκεφτούν την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γεωργία Αδειλίνη και θα ζητήσουν εκ μέρους της κυβέρνησης την ποινική αναβάθμιση της έρευνας για όλες τις υποθέσεις αθλητικής βίας και διαφθοράς με σκοπό την αναζήτηση φυσικών και ηθικών αυτουργών όλων των εγκλημάτων που έχουν τελεστεί και την αναζήτηση ύπαρξης τυχόν εγκληματικών οργανώσεων στον χώρο». Σε κάθε περίπτωση, η απουσία ενός ολοκληρωμένου κυβερνητικού σχεδίου για την αντιμετώπιση της οπαδικής βίας είναι απολύτως αισθητή.
Οσο για το πώς στην κυβέρνηση κατέληξαν στην απόφαση για τις κλεισμένες θύρες, ακούγονταν διάφορα σενάρια σχετικά με το τι υπήρχε στο τραπέζι της σαββατιάτικης σύσκεψης στο Μαξίμου. Χθες κυβερνητικές πηγές μάς έλεγαν ότι υπήρχαν τρεις δρόμοι για να επιλέξουν στην κυβέρνηση. Ο ένας αφορούσε την οριζόντια αναστολή αγώνων (οι ίδιες πηγές έλεγαν ότι αυτό κρίθηκε άδικο ως οριζόντιο). Ο δεύτερος δρόμος αφορούσε το κλείσιμο στις θύρες των οργανωμένων οπαδών (στην κυβέρνηση το χαρακτηρίζουν αναποτελεσματικό με το επιχείρημα ότι δεν εφαρμόζεται η ταυτοπροσωπία και ρίχνοντας την ευθύνη για αυτό στις ομάδες). Και ο τρίτος δρόμος, λένε στο κυβερνητικό επιτελείο, ήταν αυτός που ακολουθήθηκε, δηλαδή των αγώνων κεκλεισμένων των θυρών.
Η αντιπολίτευση
«Η κυβέρνηση ούτε θέλει ούτε μπορεί να αντιμετωπίσει την οπαδική βία. Μόνο που αυτό το ακούμε ξανά και ξανά από κυβερνητικά χείλη, μετά από κάθε τραγικό περιστατικό δολοφονικής οπαδικής βίας που συμβαίνει επί των ημερών της κυβέρνησης της Ν.Δ., και δυστυχώς τα περιστατικά αυτά είναι πολλά», δήλωσε η εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Δώρα Αυγέρη.
«Η κυβέρνηση έχει αποδειχθεί κατώτερη των περιστάσεων στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας», σημείωσε το ΠΑΣΟΚ, επισημαίνοντας ότι «με τις ανακοινώσεις της ομολογεί ότι οι μέχρι τώρα εξαγγελίες της ήταν ατελέσφορες και ανίκανες να αντιμετωπίσουν την οπαδική βία».
Το ΚΚΕ επισήμανε ότι «μόνη λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος της βίας στους αθλητικούς χώρους είναι ο αθλητισμός χωρίς επιχειρηματικά συμφέροντα σε αντίθεση με αυτό που κάνει η κυβέρνηση, δηλαδή έναν αθλητισμό χωρίς φιλάθλους». «Είναι μια απόφαση εντυπωσιασμού που εμπεδώνει τη λογική της συλλογικής τιμωρίας ομάδων και φιλάθλων.
Η αυτονόητη καταδίκη της δολοφονικής επίθεσης σε βάρος του άτυχου αστυνομικού υπαγορεύει σοβαρότητα, συγκεκριμένα μέτρα και κυρίως αναγνώριση των ευθυνών της πολιτείας», τόνισε η Νέα Αριστερά.
