Λέγεται ότι ο Ουίνστον Τσόρτσιλ είπε κάποτε πως αν θέλει κανείς να γελοιοποιήσει έναν πολιτικό θεσμό ή μια πολιτική εξαγγελία, δεν έχει παρά να αναθέσει στους Ελληνες την εφαρμογή τους στην πράξη.
Οι Ποινικοί Κώδικες δεν είναι συνήθεις νόμοι, διότι είναι προϊόν μακρόχρονης διεργασίας νομοπαρασκευαστικών επιτροπών ειδικών και σοφών επιστημόνων οι οποίοι δεν είναι υποχρεωτικό να είναι κομματικοί. Στην παρούσα συγκυρία το εισαγόμενο νομοσχέδιο προδίδει πανικό και αυστηρή προσήλωση σε ακραίες και «εν θερμώ» ρυθμίσεις που αφορούν την ποινική κατάσταση. Σημειώνω ότι πρόκειται για την έβδομη τροποποίηση των Ποινικών Κωδίκων από το έτος 2019.
Ετσι, είναι μεγάλος ο κίνδυνος, αντί για την παροχή έννομης προστασίας (που προβλέπει ως ύπατο θεσμό του κράτους δικαίου το Σύνταγμά μας), να παράσχει ο δικαστής «έννομη» απογοήτευση στο άτομο που προσφεύγει σ’ αυτόν, ταυτιζόμενος με τις οποιεσδήποτε επιλογές (και τις παράνομες) της οποιασδήποτε εξουσίας και μη δυνάμενος να ενεργήσει ως ανεξάρτητος λειτουργός. Προορισμός του ποινικού δικαστικού λειτουργού είναι, βέβαια, να απονείμει δικαιοσύνη, να προστατεύσει το κατηγορούμενο άτομο από την ενδεχόμενη άδικη ποινική δίκη ή να του επιβάλει τη δίκαιη ποινή αν είναι ένοχο. Το «τεκμήριο αθωότητας» δεν πρέπει να αποτελεί απλή θεωρητική εξαγγελία, αλλά εφαρμοστέο κανόνα για τον δικαστή.
Αν ξεκινά την ποινική δίκη αντιστρόφως, με «τεκμήριο ενοχής» για τον κατηγορούμενο, είναι μάλλον βέβαιο πως ούτε δίκαιη δίκη θα διεξαγάγει ούτε και θα εκδώσει ορθή δικαστική απόφαση. Υφίσταται κρίση και σοβαρό πρόβλημα στον χώρο της ποινικής καταστολής ή δημιουργείται τεχνηέντως από τα ΜΜΕ; Ωστόσο, με τις πρόσφατες εξελίξεις με το νομοσχέδιο που κραδαίνει ο υπουργός Δικαιοσύνης για τη δήθεν αντιμετώπισή της ελλοχεύει ο κίνδυνος για τις ατομικές ελευθερίες.
Η ποινική καταστολή -ο μηχανισμός δηλαδή επιβολής ποινής σ’ έναν άνθρωπο από την υπερέχουσα εξουσία στον κοινωνικό χώρο για συγκεκριμένη ανεπιθύμητη συμπεριφορά του- αποτελούσε ανέκαθεν το ισχυρότερο όπλο, «αιχμή του δόρατος», στα χέρια της εξουσίας για την εξασφάλιση της επιβολής της.
Σήμερα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο οποίο προεδρεύει πρόεδρος πρωτοδικών δικάζει σοβαρά αδικήματα και αποφασίζει μετά τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας και διάσκεψη. Με το νομοσχέδιο θα δικάζει αυτά τα αδικήματα ένας δικαστής πρωτοδίκης, συνήθως νέος και άπειρος. Επίσης, τα κακουργήματα θα τα δικάζει ένας δικαστής και ενδέχεται να επιβάλλει ισόβια κάθειρξη! Και όποιον πάρει ο χάρος!
Ετσι, ο μονομελής δικαστής θα δικάζει μία, δύο, τρεις, άντε πέντε υποθέσεις σε κάθε δικάσιμο και οι αναβολές για τις άλλες είκοσι (20) υποθέσεις του πινακίου θα είναι ατέρμονες και όχι μία, όπως διατείνεται ο υπουργός. Οχι επιτάχυνση δεν θα επιτευχθεί, αλλά θα επικρατήσει χάος!
Ο σπουδαίος δάσκαλος του Δικαίου Ιωάννης Μανωλεδάκης («Η απονομή της Δικαιοσύνης σε περίοδο κρίσης», εκδ. Σάκκουλα) διδάσκει: «Αποτελεί σοβαρό λάθος να πιστεύουμε ότι με τη σκλήρυνση της κατάστασης (ιδίως της ποινικής) μπορεί να αντιμετωπίζουμε τις εξεγέρσεις των περιθωριακών ομάδων και την έξαρση του εγκλήματος σε όλους τους τομείς (…) Τα κοινωνικά προβλήματα μόνο με κοινωνική ευαισθησία μπορεί να αντιμετωπιστούν, με άμβλυνση της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας, με ανακούφιση της δυστυχίας και με μείωση της απληστίας των ισχυρών και του κεφαλαίου. Η εγκληματικότητα θα αυξάνεται σε όλους τους τομείς όσο το Κράτος Δικαίου και κοινωνικής πρόνοιας υποχωρούν και η κοινωνική αδικία επιβάλλεται με τα μέσα της ποινικής καταστολής».
Η δήθεν τομή με το νομοσχέδιο είναι ατυχής και πρόχειρη σε σχέση με την καταστολή και τον περιορισμό της εγκληματικότητας (και εντός φυλακών που ασφυκτιούν από κρατούμενους), αλλά και σε σχέση με την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης.
*Δικηγόρος, τέως γ.γ. Δικηγορικού Συλλόγου Θεσ/νίκης
