«H αστυνομία είναι εξαγριωμένη», λέει ο Σαμίρ, ένας νεαρός Παλαιστίνιος από την Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, την ώρα που παίζει χαρτιά με τους φίλους του σε ένα καφενείο στο ιστορικό κέντρο. Η τηλεόραση, από πάνω του, είναι σχεδόν πάντα αναμμένη και δείχνει διαρκώς εικόνες από τους βομβαρδισμούς, την καταστροφή και τα ερείπια στη Γάζα. Δύο μήνες και βάλε μετά την επίθεση του Ισραήλ κατά της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας, οι συνέπειες του πολέμου και η σφαγή των συμπατριωτών τους έχουν χαραχτεί βαθιά στο μυαλό των 350.000 Παλαιστινίων της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, αλλά παράλληλα επιδεινώθηκε η ζωή τους σε έναν τόπο στον οποίο η ύπαρξή τους ήδη κινδύνευε από τη μακροχρόνια ισραηλινή κατοχή. Τώρα, πολλοί νιώθουν ότι είναι ακόμα πιο απροστάτευτοι και λεία των ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας. «Θέλουν να πάρουν εκδίκηση για τη Γάζα», λέει ο Μαχμούντ, υπεύθυνος του Καφέ Τζαμπέρ, καθώς περνούν ένοπλοι μπροστά από το μαγαζί του.
Οχι πολύ μακριά από εκεί, στην Πύλη του Ηρώδη, μία από τις εισόδους στην Παλιά Πόλη που οδηγεί επίσης στην Πλατεία των Τζαμιών, Ισραηλινοί αστυνομικοί ζητούν ταυτότητα από ό,τι κινείται. Σε πολλούς Παλαιστίνιους, αν δεν κατοικούν στην Παλιά Πόλη, τους απαγορεύουν την είσοδο, ειδικά στους νέους. Μέσα και γύρω από τα τείχη, στην καρδιά της ισραηλο-παλαιστινιακής σύγκρουσης, η ένταση γίνεται ακόμα πιο αισθητή. Ενοπλα μέλη της Συνοριακής Αστυνομίας -ενός στρατιωτικοποιημένου οργάνου- περιπολούν με ακόμα μεγαλύτερη προσοχή στους δρόμους όπου οι έλεγχοι, οι εκφοβισμοί, οι επιθέσεις και οι συλλήψεις έχουν αυξηθεί πολύ από την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, όπως καταγγέλλουν Παλαιστίνιοι κάτοικοι.
«Οι έλεγχοι είναι συνεχείς, σε σταματούν παντού και δεν είναι καθόλου ευγενικοί», λέει ο Αχμεντ, ένας νεαρός που δουλεύει σε ένα στέκι με χούμους στην Παλιά Πόλη. «Ζητούν το τηλέφωνό σου και ψάχνουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσής σου για να δουν μήπως έχεις ανεβάσει κάτι υπέρ της παλαιστινιακής αντίστασης ή αλληλεγγύης στη Γάζα», κάτι για το οποίο πολλοί κινδυνεύουν να συλληφθούν. Αυτό συνέβη σε αρκετούς νέους από την οικογένεια του Αμίρ, υπαλλήλου σε έναν φούρνο της περιοχής. Εναν ανιψιό του, έφηβο, τον συνέλαβαν και τον κράτησαν δύο μέρες «χωρίς αιτιολογία», σχολιάζει. Ενός άλλου ανιψιού του του βρήκαν στο κινητό φωτογραφίες υπέρ της Γάζας και τον κράτησαν δέκα μέρες στο τμήμα. «Τον χτύπησαν πολλές φορές, βγήκε με ένα μάτι μαυρισμένο και με μελανιές σε όλο του το σώμα», προσθέτει.
Οι περιορισμοί στην κίνηση ή τη θρησκευτική ελευθερία που εφαρμόζει το Ισραήλ εκτοξεύθηκαν σε ακραία επίπεδα, ίσως πρωτοφανή, μετά τη Δεύτερη Ιντιφάντα. Ο πόλεμος έχει αφήσει επίσης την περιοχή χωρίς τουρίστες και προσκυνητές. Στην Παλιά Πόλη, η οποία συνήθως είναι γεμάτη ξένους, οι δρόμοι είναι σχεδόν άδειοι και τα περισσότερα εστιατόρια ή μαγαζιά με σουβενίρ και θρησκευτικά κειμήλια είναι κλειστά. Αυτή η ερημιά θυμίζει τις δυσκολίες της εποχής του κορονοϊού και συνιστά οικονομικό πλήγμα για πολλούς Παλαιστίνιους που τώρα πια βγάζουν δύσκολα τον μήνα.
Ο Μάτζεντ, ο οποίος διευθύνει ένα μικρό στέκι που προσφέρει αραβικό καφέ, είναι ένας από αυτούς. «Πρώτα, αυτή η περιοχή έσφυζε από ζωή σχεδόν καθημερινά, τώρα όμως πολλά μαγαζιά ούτε που ανοίγουν. Υπάρχει κόσμος που δεν έχει πια για να πληρώσει τους λογαριασμούς του», μας έλεγε αυτός ο άνθρωπος στις 11 Δεκεμβρίου, ημέρα γενικής απεργίας με αίτημα τον τερματισμό του πολέμου, η οποία επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Δυτική Οχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ.
«Εδώ και δύο μήνες η Παλιά Πόλη έχει νεκρώσει. Θέλουμε μια λύση, να τελειώσει ο πόλεμος στη Γάζα», πρόσθεσε ο Μουσταφά, κάτοικος της περιοχής και άνεργος τώρα πια. Οπως πολλοί άλλοι Παλαιστίνιοι, αυτός ο πατέρας έξι παιδιών δούλευε ως ταξιτζής σε ισραηλινούς οικισμούς μέχρι που ξέσπασε η σύγκρουση. «Από τότε όλα έγιναν πάρα πολύ επικίνδυνα, κινδύνευα να μου επιτεθούν οι έποικοι και αναγκάστηκα να αφήσω τη δουλειά», λέει ο Μουσταφά.
Οπως λέει, «η κατάσταση τώρα είναι η χειρότερη εδώ και χρόνια» και εν μέσω της άγριας επίθεσης του Ισραήλ στη Γάζα και των περιφερειακών επιπτώσεών της δεν βλέπει φως στην άκρη του τούνελ. Μπροστά στη διαρκή ένταση στην Παλιά Πόλη και την αστυνομική βία, ο Μουσταφά ανησυχεί επίσης για το τι μπορεί να συμβεί στα παιδιά του. «Δέρνουν τους νέους χωρίς λόγο, μερικές φορές τους σταματούν και τους υποχρεώνουν να φιλήσουν την ισραηλινή σημαία. Δεν έχουμε καμία ασφάλεια», λέει με παράπονο.
Στην Αγία Πόλη, οι εκδηλώσεις αντίθεσης στον πόλεμο οφείλουν να είναι διακριτικές ή σχεδόν συμβολικές, καθώς το Ισραήλ απαγορεύει τις διαμαρτυρίες πολιτικού περιεχομένου ή την οποιαδήποτε δημόσια παλαιστινιακή ένδειξη αντίδρασης, ένας περιορισμός που αυστηροποιήθηκε μετά τον πόλεμο. Εκτοτε, η Παλιά Πόλη είναι πολύ πιο άδεια από ό,τι συνήθως τις Παρασκευές της προσευχής. Πριν, έβλεπε κανείς χιλιάδες πιστούς Παλαιστίνιους να πηγαινοέρχονται από την Πύλη της Δαμασκού, τη βασική είσοδο στο ιστορικό κέντρο, τώρα πια όμως οι δρόμοι της Παλιάς Πόλης και οι είσοδοι για το τέμενος Αλ Ακσα μοιάζουν σχεδόν τρομακτικοί συγκριτικά με λίγους μήνες νωρίτερα. Η αστυνομία φαίνεται πως θέλει να αποφύγει τις συγκεντρώσεις πλήθους στο μεγάλο ισλαμικό σύμπλεγμα και συνήθως επιτρέπει την είσοδο μόνο σε μεγάλους ανθρώπους και ηλικιωμένους.
Μπροστά σε αυτό, πολλοί αναγκάζονται να παραμείνουν στις γειτονιές τους και πέριξ της Παλιάς Πόλης για να προσευχηθούν, κάποιες Παρασκευές μάλιστα σημειώνονται συγκρούσεις ανάμεσα σε αστυνομικούς και νεαρούς Παλαιστίνιους που προσπαθούν να φτάσουν στο Αλ Ακσα. «Από τότε που άρχισε ο πόλεμος δεν μας επιτρέπουν να μπούμε στο Αλ Ακσα, δεν υπήρχε τρόπος να μας αφήσουν να περάσουμε», λέει ο Σαμίρ, καθώς παίζει χαρτιά στο Καφέ Τζαμπέρ. Ο απώτερος στόχος αυτής της πολιτικής του Ισραήλ μοιάζει σαφής: να αποτρέψει κάποια τυχόν νέα εστία αντίστασης που θα μπορούσε να ξεπηδήσει από την Πλατεία των Τζαμιών, βασικό σύμβολο του παλαιστινιακού αγώνα, το μέρος με τη μεγαλύτερη ιστορική σημασία και ο τρίτος ιερότερος τόπος του Ισλάμ.
Το 2000, το Αλ Ακσα έγινε το σκηνικό όπου ξέσπασε η Δεύτερη Ιντιφάντα. Τα τελευταία χρόνια, η παρείσφρηση εβραίων εποίκων στο εσωτερικό του ή οι επιθέσεις αστυνομικών εναντίον πιστών πυροδότησαν ένα γενικευμένο κύμα βίας και γι’ αυτόν τον λόγο αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο, το οποίο το Ισραήλ σήμερα θέλει να το κρατήσει μακριά από συγκρούσεις. Ομως, η καταστολή των ισραηλινών δυνάμεων δεν γίνεται αισθητή μόνο στην Παλιά Πόλη, αλλά και στο μεγαλύτερο κομμάτι των παλαιστινιακών συνοικιών της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, όπου ο φόβος κυριαρχεί μεταξύ των κατοίκων.
Μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου, οι εισβολές, οι έφοδοι και οι συλλήψεις από τους Ισραηλινούς φτάνουν σε ιστορικό υψηλό σε ολόκληρη σχεδόν τη Δυτική Οχθη, καθώς επίσης σε περιοχές της Ανατολικής Ιερουσαλήμ όπως η Ζαουίγια, το Τζαμπάλ Μουκαμπέρ, ο καταυλισμός προσφύγων Σουάφατ ή το Σιλουάν. Συνολικά, πάνω από 3.500 Παλαιστίνιοι έχουν συλληφθεί μέσα σε δύο μήνες, ενώ οι κρατούμενοι στις ισραηλινές φυλακές ξεπερνούν τις 7.800, ανάμεσά τους 3.000 στους οποίους δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες. Με αυτό το σύστημα συλλαμβάνονται χωρίς επίσημες κατηγορίες εναντίον τους, το Ισραήλ δεν τους αποκαλύπτει τον λόγο της κράτησής τους και ουσιαστικά, μπορεί να τους κρατήσει στη φυλακή επ’ αόριστον.
Σε γειτονιές όπως το Σιλουάν, που υφίσταται την αυξανόμενη παρουσία ακροδεξιών Ισραηλινών εποίκων οι οποίοι οικειοποιούνται ολοένα περισσότερες γειτονιές Παλαιστινίων στο πλαίσιο μιας κατάστασης που η ισραηλινή ΜΚΟ Ir Amim αποκαλεί «διαδικασία εξιουδαϊσμού», οι συλλήψεις εφήβων και νέων είναι συνεχείς εδώ και χρόνια και τώρα έχουν επιταχυνθεί ακόμα περισσότερο. «Αυτές τις μέρες, σχεδόν κάθε νεαρός Παλαιστίνιος που βγαίνει απλά για να ψωνίσει από το μαγαζί της γειτονιάς κινδυνεύει να συλληφθεί», έλεγε ο Μοχάμεντ, κάτοικος του Σιλουάν με έναν γιο στη φυλακή και αρκετά ανήλικα ανίψια που αφέθηκαν ελεύθερα φέτος τον Δεκέμβρη αφού έμειναν στη φυλακή έναν χρόνο για αδικήματα που αρνούνται ότι διέπραξαν.
Με όλα αυτά, ο παλαιστινιακός πληθυσμός αισθάνεται ευάλωτος ακόμα και σε σχετικά μεσοαστικές συνοικίες όπως η Μπέιτ Χανίνα, που συνήθως ήταν πιο ήσυχες και δεν γνώριζαν τα ακραία επίπεδα έντασης άλλων περιοχών. Ο Αχμεντ, κάτοικος αυτής της συνοικίας, περιόρισε σημαντικά τη ρουτίνα του και μόλις τελειώνει το ωράριό του σε ένα εστιατόριο με χούμους στην Παλιά Πόλη γυρίζει στο σπίτι του. Πρώτα, έκανε περίπατο στη Δυτική Ιερουσαλήμ, το ισραηλινό τμήμα της πόλης, που είναι κοντά στη δουλειά του, τώρα πια όμως δεν νιώθει άνετα εκεί, όπου έχουν αυξηθεί πολύ τόσο οι ένοπλοι Ισραηλινοί έποικοι όσο και το μίσος προς τους Παλαιστίνιους.
«Είμαστε όλοι τρομοκρατημένοι», λέει η Κάρμεν, μητέρα μιας χριστιανικής παλαιστινιακής οικογένειας που κατοικεί στην Μπέιτ Χανίνα. «Από τον πόλεμο και μετά τα πάντα είναι δυνατά. Το Ισραήλ κάνει ό,τι θέλει με τους Παλαιστίνιους, δεν έχουμε κανενός είδους προστασία», λέει με παράπονο αυτή η γυναίκα, η οποία τρέμει τη βία της αστυνομίας και των εποίκων. «Κάποιες ώρες ο κόσμος δεν βγαίνει καθόλου στον δρόμο. Τον γιο μου δεν τον αφήνουμε να βγει μόνος, τον συνοδεύουμε παντού», διαβεβαιώνει, με έκδηλο το αίσθημα απαισιοδοξίας για την πραγματικότητα που βιώνει και από την οποία φαίνεται ότι κανένας Παλαιστίνιος δεν μπορεί να ξεφύγει.
* Καταλανός δημοσιογράφος | @jmasautonell
