Γεννημένοι για να τρέχουμε, από τους πρωτόγονους ανθρώπους που κυνηγούσαν για να τραφούν, μέχρι τους σύγχρονους που κυνηγούν τα προς το ζην, «Βorn to run», όπως θα έλεγε και ο Μπρους Σπρίνγκστιν.
Βεβαίως όνειρο όλων των δρομέων είναι ο Αυθεντικός Μαραθώνιος της Αθήνας, στα ίχνη του αγγελιοφόρου Φειδιππίδη, που σύμφωνα με τον θρύλο μετέφερε το «νενικήκαμεν» μετά την ηρωική Μάχη του Μαραθώνα, πριν καταρρεύσει νεκρός. Μαραθώνιος για τη γνήσια απόλαυση του τρεξίματος, χωρίς ανταγωνιστικό πνεύμα ή φιλοδοξία νίκης. Μαραθώνιος που πλέον απαιτεί μεθοδική προπόνηση, personal trainers, υπερτροφές, υπερβιταμίνες, αλλά και υπερμοντέρνα αθλητικά ρούχα και υπερφτερωτά παπούτσια. Μαραθώνιος υπό την αιγίδα χορηγών και διαφημίσεων, σε μια διοργάνωση που ενισχύει το brand name αλλά και την οικονομία – υπολογίζεται ότι οι 70.000 δρομείς και οι συνοδοί τους στον πρόσφατο Αυθεντικό Μαραθώνιο άφησαν 45 εκατ. ευρώ στην Αττική.
Τι μας ωθεί όμως σε αυτόν τον αγώνα; Η ελληνίστρια και δημοσιογράφος Andrea Marcolongo αναλύει το φαινόμενο στο νέο της βιβλίο «Η τέχνη του τρεξίματος. Από τον Μαραθώνα στην Αθήνα με φτερά στα πόδια» (εκδ. Πατάκη) και υπογραμμίζει ότι «χρειάζεται ένα ατσάλινο κίνητρο πιο ισχυρό από τους τσιτωμένους τένοντες», «ένα κίνητρο που θα μπορούσε να λέγεται “έρως ζωής”: Αυτός είναι ο λόγος, αυτή η βιολογική και συναισθηματική πληρότητα που όταν τρέχεις νιώθεις για πρώτη φορά ζωντανός, για πρώτη φορά ολοκληρωμένος. Και κάποιες φορές σχεδόν αθάνατος».
Γι’ αυτό δεν έχει σημασία η πρωτιά, αλλά το να φτάσεις ώς το τέλος της διαδρομής και να πεις «νενικήκαμεν», μαζί με τους άλλους δρομείς, που μοιράστηκαν αυτή την προσπάθεια, που έζησαν μια γιορτή και χειροκροτήθηκαν από τον κόσμο. Αν το επιβεβαιώνουν και οι σέλφι με πολλά λάικ, ακόμα καλύτερα, σαν δάφνινο στεφάνι!
