Οι τρεις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου -Fed, EKT και Τράπεζα της Αγγλίας- διατήρησαν όλες το προηγούμενο διήμερο, στην τελευταία συνεδρίασή τους για το 2023, τα επιτόκιά τους αμετάβλητα. Διαφοροποιήθηκαν ωστόσο ως προς τις μελλοντικές κινήσεις τους ενώ φάνηκαν περιέργως να υποβαθμίζουν τους κινδύνους που αυξανόμενα αναδύονται για την υγεία των οικονομιών τους.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε χθες τα βασικά της επιτόκια αμετάβλητα, διέψευσε όμως τις προσδοκίες των αγορών καθώς δεν έκανε καμία νύξη για το πότε θα ξεκινήσει τη μείωσή τους. «Δεν συζητήσαμε μειώσεις επιτοκίων», είπε χαρακτηριστικά η πρόεδρός της Κριστίν Λαγκάρντ μετά το πέρας της συνάντησης του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας, τονίζοντας ότι παρά την πρόσφατη υποχώρησή του ο πληθωρισμός της ευρωζώνης θα ενισχυθεί προσωρινά στο αμέσως επόμενο διάστημα. Ο πληθωρισμός της ευρωζώνης ήταν μόλις 2,4% τον προηγούμενο μήνα. Η ΕΚΤ εκτιμά πλέον ότι θα προσεγγίσει κατά μέσο όρο το 5,4% φέτος, το 2,7% το 2024, το 2,1% το 2025 και το 1,9% το 2026. Οι προβλέψεις αυτές είναι χαμηλότερες σε σχέση με τις εκτιμήσεις του περασμένου Σεπτεμβρίου για το 2023 και το 2024. Παρ’ όλα αυτά η ΕΚΤ συνεχίζει να φοβάται τυχόν πιέσεις από την άνοδο του μοναδιαίου κόστους εργασίας, τις γεωπολιτικές εντάσεις -που θα μπορούσαν να ωθήσουν τις τιμές ενέργειας- και τα ακραία καιρικά φαινόμενα – που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν νέα άνοδο στις τιμές των τροφίμων.
Η ΕΚΤ διεμήνυσε έτσι ότι θα παραμείνει σε εγρήγορση και ότι οι επόμενες αποφάσεις της θα ληφθούν με βάση τα εκάστοτε οικονομικά δεδομένα. Η επιφυλακτική στάση πάγωσε τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργήσει τις τελευταίες ημέρες οι αγορές ότι η ΕΚΤ θα ήταν η πρώτη από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες της υφηλίου που θα ξεκινούσε τη μείωση των επιτοκίων της το επόμενο έτος. Μετά τη χθεσινή απόφαση, το επιτόκιο πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης καθώς και τα επιτόκια της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης και της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων παραμένουν στο 4,50%, 4,75% και 4%, αντίστοιχα.
Πριν από τη χθεσινή συνάντηση οι traders πόνταραν ότι η ΕΚΤ θα ξεκινούσε τη μείωση των επιτοκίων της τον επόμενο Μάρτιο οδηγώντας τα ώς το τέλος του 2024 έως και 160 μονάδες βάσης χαμηλότερα σε σχέση με τα τωρινά τους επίπεδα. Μετά τη συνάντηση ποντάρουν πλέον ότι οι μειώσεις θα ξεκινήσουν έναν μήνα αργότερα και ότι η συνολική μείωση των ευρωεπιτοκίων θα είναι 140 μονάδες βάσης.
Μια μικρή μερίδα οικονομολόγων -που συμμετείχαν σε έρευνα του Reuters νωρίτερα- εκτιμούν από την πλευρά τους ότι η πρώτη μείωση των επιτοκίων ευρώ θα γίνει τον Ιούνιο. Το ερώτημα που προβάλλει βέβαια είναι πόση ακόμη ζημιά μπορεί να προκαλέσει στην οικονομία μια τέτοια επιλογή. Αρκετοί αναλυτές προβλέπουν ύφεση στην ευρωζώνη ενώ και η Λαγκάρντ προειδοποίησε χθες ότι η ανάπτυξη θα μπορούσε να κινηθεί χαμηλότερα, αν η νομισματική πολιτική αποδειχτεί πιο περιοριστική από το αναμενόμενο. Οι εκτιμήσεις των στελεχών της ΕΚΤ, αν και υποδεικνύουν ότι η ευρωζώνη γλιτώνει από μια ύφεση, δεν είναι ενθαρρυντικές. Αναμένουν συγκεκριμένα ρυθμό ανάπτυξης 0,6% το 2023, 0,8% το 2024 και 1,5% τόσο το 2025 και το 2026. Πρόκειται για ρυθμούς οικονομικής στασιμότητας επί μία ολόκληρη τετραετία, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι και βέβαιοι αν συνυπολογιστεί η αυξανόμενη ρευστότητα στο διεθνές περιβάλλον.
Την προηγούμενη Δευτέρα η πρώτη αναπληρώτρια διευθύνουσα σύμβουλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Γκίτα Γκοπίνατ προειδοποίησε για τον κίνδυνο ενός νέου «Ψυχρού Πολέμου» και του γεωοικονομικού κατακερματισμού της υφηλίου σε δύο στρατόπεδα, από τη μια πλευρά η Δύση των ΗΠΑ, της Ευρώπης και των συμμάχων τους και από την άλλη η Κίνα, η Ρωσία και οι δορυφόροι τους. Αυτός ο κατακερματισμός είναι ήδη ορατός στο διεθνές εμπόριο και θα μπορούσε, σύμφωνα με την Γκοπίνατ, να συρρικνώσει έως και κατά 7% το παγκόσμιο ΑΕΠ. Η συνέχεια αντιαναπτυξιακών πολιτικών ακριβού χρήματος σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι σαν να ρίχνει κάποιος λάδι στη φωτιά, σαν να προσθέτει στο πρόβλημα επιδεινώνοντάς το. Και το μείζον πρόβλημα δεν είναι αν η ευρωπαϊκή ή κάποια άλλη οικονομία θα διολισθήσει σε μια πρόσκαιρη τεχνική ύφεση αλλά το παρατεταμένο τέλμα, που ως συνήθως καταλήγει σε βίαιες διεξόδους ζημιώνοντας κυρίως τους πιο αδύναμους, είτε πρόκειται για απλούς πολίτες είτε για ολόκληρες χώρες.
Παρ’ όλα αυτά η Τράπεζα της Αγγλίας επέμεινε και χθες στις θέσεις της διαμηνύοντας ότι τα βρετανικά επιτόκια πρέπει να παραμείνουν υψηλά για «παρατεταμένη περίοδο». Η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής της βρετανικής κεντρικής τράπεζας ψήφισε με 6-3 υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων στο υψηλό 15ετίας 5,25% ενώ ο διοικητής της Αντριου Μπέιλι τόνισε ότι υπάρχει ακόμη αρκετός δρόμος στη μάχη κατά του πληθωρισμού. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι 3 μειοψηφούσες ψήφοι ήταν υπέρ της αύξησης του κόστους δανεισμού ενώ και εδώ δεν υπήρξε καμία συζήτηση για τη μείωσή του. Η κεντρική τράπεζα αγνόησε επίσης τα στοιχεία που δείχνουν επιβράδυνση της αύξησης των μισθών και πτώση 0,3% του ΑΕΠ τον Οκτώβριο – γεγονός το οποίο αυξάνει την προοπτική ύφεσης. Ο βρετανικός πληθωρισμός προσέγγισε τον Οκτώβριο το 4,6% από 10% τον Ιανουάριο.
Σε αντίθεση με την Τράπεζα της Αγγλίας και την ΕΚΤ, η αμερικανική Fed προχθές όχι μόνο σήμανε το ορι-στικό τέλος του τρέχοντος ανοδικού κύκλου των επιτοκίων της (που διατήρησε αμετάβλητα), αλλά έστει-λε και μήνυμα για μείωσή τους το 2024, η οποία θα μπορούσε να είναι τουλάχιστον 0,75%. Συγκεκριμένα δεκαεπτά από τους 19 αξιωματούχους της Fed προβλέπουν πλέον ότι το βασικό επιτόκιο θα είναι χαμη-λότερο ώς το τέλος του 2024 απ’ ό,τι είναι τώρα – με τη μέση πρόβλεψη να δείχνει πτώση στο 4,6% από το τρέχον εύρος 5,25%-5,50%.
Ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας Τζερόμ Πάουελ ήταν πάντως αρκετά προσεκτικός στις δηλώσεις του τονίζοντας ότι υπάρχει αρκετός δρόμος ακόμη μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος για τον πληθωρισμό, ο οποίος τον περασμένο μήνα προσέγγισε το 3,1%. Ο Πάουελ υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη της οικονομίας επιβραδύνει στο τελευταίο τρίμηνο αλλά συνολικά φέτος θα πιάσει ρυθμό κοντά στο 2,5%. Προειδοποίησε πάντως ότι θα μπορούσε να επιστρέψει απροσδόκητα σε ύφεση το επόμενο έτος. Οι αγορές ουδόλως ασχολήθηκαν με το τελευταίο, απολάμβαναν το πάρτι.
