«Η ζωή μου όλη. Ο,τι έχω ζήσει μέχρι σήμερα υπάρχει εδώ μέσα: οι μνήμες, οι ανάσες, τα αγγίγματα, οι έρωτες και οι διαψεύσεις, οι άνθρωποι που συνάντησα και άφησαν μέσα μου τα σημάδια τους, διαμορφώνοντας και τον χαρακτήρα μου» λέει στην «Εφ.Συν.» ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Παύλος Κάγιος για το νέο του μυθιστόρημα «Απάλλαξέ με» (εκδόσεις «24 γράμματα»). Είναι το έβδομο κατά σειρά, έχει κάνει ήδη έναν πρώτο κύκλο συναντήσεων με το κοινό στην Αθήνα κι απόψε παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη.
Πυκνός λόγος, πολυσέλιδο, με κινηματογραφική αφήγηση, γλαφυρό, μεστό, με αναφορές σε πρόσωπα, ήχους, τραγούδια, στίχους του Καββαδία και σε σουαχίλι, είναι ένα ταξίδι στον χρόνο και στα ιστορικά γεγονότα, στις ζωές των ηρώων του και του ίδιου του συγγραφέα. Μια πορεία προς την αναζήτηση της αλήθειας και την αυτογνωσία, ένα μωσαϊκό χαρακτήρων με φόντο την Ελλάδα του ’60. Η αφήγηση διατρέχει 100 χρόνια Ιστορίας. Από το Μεταξουργείο ανοίγεται ώς την Τανγκανίκα, στη σημερινή Τανζανία, περνάει από την Αίγυπτο και τη «δαντελένια Αλεξάνδρεια», ταξιδεύει στο Αιγαίο, στην Ικαρία, κοιτάζει το χτες και εστιάζει στο σήμερα. Ερωτες, ζωές θρυμματισμένες, αγάπη, η σκληρή πραγματικότητα, όνειρα και ουτοπίες, ανομολόγητοι πόθοι της ψυχής και της σάρκας ανάμεσα σε αγόρια σε μια Ελλάδα όπου το μπούλινγκ δεν κατονομάζεται αλλά βιώνεται από εκείνους που είναι διαφορετικοί στο χρώμα, στο κορμί, στην όψη, στις αντιλήψεις.
«Εδωσα αυτόν τον τίτλο νιώθοντας ότι έφτασε η στιγμή να απαλλαγώ από πολλά βαρίδια που ασχημαίνουν τη ζωή» λέει ο Παύλος Κάγιος. «Αυτόν τον αγώνα δίνουν και οι τρεις ήρωές μου. Ο Δημοσθένης και ο Μιχάλης που μεγαλώνουν στη δεκαετία του ’60 με άγριο εκφοβισμό-μπούλινγκ που είχα υποστεί κι εγώ στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Σανίδα σωτηρίας για τον Δημοσθένη στέκεται η μαύρη ρεμπέτισσα χήρα Αλέκα -πρόσωπο κλειδί της ιστορίας- που στο μουσικό στέκι της στο Μεταξουργείο «Ραντεβού στη Μεσόγειο» του εμφυσά θάρρος. Οσο για την Ελένη, που έχει περάσει τους δικούς της εκφοβισμούς, προσπαθεί με τον έρωτά της να βγάλει τον Δημοσθένη από την απομόνωση. Και μένει ο Μιχάλης, ο απωθημένος έρωτας του Δημοσθένη που ούτε ο ένας ούτε ο άλλος τολμούν να αγγίξουν, να περιφέρεται ξεκρέμαστος και αδικαίωτος…» μας αφηγείται την ιστορία του μυθιστορήματος. «Εδώ μέσα υπάρχουν όλες οι ανάσες της ζωής μου. Ολες οι αγωνίες και τα καρδιοχτύπια. Ολα τα ερωτήματα».
● Και οι απαντήσεις;
Σήμερα, αναρωτιέμαι κατά πόσο υπάρχουν απαντήσεις στα ερωτήματα της ζωής… Ο καθένας μας, το πιο πιθανόν, ψάχνει τη δική του απάντηση στον γρίφο της ζωής.
● Προς το φινάλε παρακολουθούμε έναν ορυμαγδό βίας να κυριαρχεί στους δρόμους του Πειραιά και της Αθήνας, όταν επιστρέφουν οι ήρωες από την Ικαρία. Τι συμβολίζει;
Η ιστορία του βιβλίου απλώνεται από το σήμερα μέχρι την προπολεμική Τανζανία της Αφρικής. Εκεί γεννήθηκε η ρεμπέτισσα Αλέκα από Ελληνα πατέρα και μαύρη μάνα, πρωτοτραγούδησε στην Αλεξάνδρεια κι ύστερα πέρασε στην Ελλάδα τραγουδώντας για δεκαετίες στο στέκι της, φτάνοντας στον σημερινό φυλετικό και συνοριακό κατακερματισμό του κόσμου. Και μέσα σε αυτό το σήμερα και σε μια ατμόσφαιρα εφιαλτικού υπερρεαλισμού, όλα γύρω από τους ήρωες μοιάζουν να φοράνε τη ζωή ανάποδα…
Και ξεχνιέται η αγάπη, ενώ η επιθετικότητα εξορίζει τη λύπη, το δάκρυ και τη συγχώρεση. Και στους δρόμους όλοι ορμούν εναντίον όλων δημιουργώντας μια παράφορη κατάσταση τυφλής βίας. Οι συμπεριφορές των ανθρώπων γίνονται ανεξήγητες και ανεξέλεγκτες κάνοντας τον Δημοσθένη, την Ελένη και τον Μιχάλη να τρέχουν να σωθούν φωνάζοντας: «Απάλλαξέ με».
• Πώς αποφασίσατε να είναι μαύρη, με καταγωγή από την Αφρική η χήρα Αλέκα;
Μου φάνηκε πολύ προκλητικό -κοινωνικά και υπαρξιακά- να είσαι μια μαύρη Ελληνίδα ρεμπέτισσα στην Ελλάδα του 1950, ’60 και μέχρι σήμερα. Και μόνο η παρουσία της προκαλεί και καταργεί κάθε είδους ρατσισμό και φυλετικό μίσος. Η δικιά μου ηρωίδα ήθελα να είναι μια μαύρη Ελληνίδα ρεμπέτισσα Εντίθ Πιαφ.
● Το σημείωμα της έκδοσης γράφει ότι ο χαρακτήρας της, που έχει απόλυτα μυθοπλαστική σύνθεση στην πλοκή, εμπνέεται από δύο αληθινά πρόσωπα που δεν ζουν πλέον. Ποιες είναι αυτές οι γυναίκες;
Είναι δύο μορφές της παιδικής και της νεανικής ζωής μου που δεν ξεχάστηκαν ποτέ. Η Τασία Τυπάλδου, η χήρα όπως την αποκαλούσαν όλοι, ήταν θεία μου, αδελφή της μάνας μου, και ο πιο θυελλώδης άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, με μια αξεπέραστη στεντόρεια, εγκεφαλική, ρεμπέτικη φωνή. Η Ελένη Χριστοδούλου ήταν μια μαύρη και πολύ βασανισμένη γυναίκα, συγγενής εξ αγχιστείας. Η μυθιστορηματική χήρα είναι δική μου δημιουργία.
● Σήμερα λέξεις και έννοιες όπως διαπολιτισμός, πολυσυλλεκτικότητα, συμπερίληψη είναι ενταγμένες στο λεξιλόγιο και στη ζωή μας. Εχουμε αλλάξει ουσιαστικά ως κοινωνία απέναντι στη διαφορετικότητα;
Πολύ λίγο, δυστυχώς. Ορισμένες φορές, είναι και πιο έντονα και οξυμένα τα προβλήματα απέναντι στο διαφορετικό. Μόνο στα λόγια φαίνονται να είναι πιο προοδευτικοί και συνεργάσιμοι οι άνθρωποι με το αλλιώτικο από τους ίδιους.
● Δημοσιογράφος και συγγραφέας μια ζωή. Τι σημαίνει το γράψιμο για εσάς;
Ολα άρχισαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 όταν σε ηλικία 17 χρόνων πήρα μέρος σ’ έναν διαγωνισμό που έκαναν οι εκδόσεις «Κάλβος» και το διήγημά μου βραβεύτηκε και δημοσιεύτηκε στο βιβλίο με τίτλο «Διήγημα ’70». Μια ζωή διαβάζω λογοτεχνία και βλέπω κινηματογράφο. Από το 1991, δε, που στην κυριολεξία «πήγα κι ήρθα» στο τροχαίο δυστύχημα που κόστισε τη ζωή στον καλύτερό μου φίλο Λευτέρη Κυπραίο, τον άνθρωπο που με ανακάλυψε και του έχω αφιερώσει τα τρία πρώτα βιβλία μου, γράφω ασταμάτητα. Ημουν επίσης τυχερός τότε, γιατί είχα δίπλα μου τα αδέλφια μου και τους φίλους μου. Στους φίλους μου έχω αφιερώσει αυτό το νέο βιβλίο μου. Σήμερα, νιώθω πως «γράφω» σημαίνει για μένα δίνω νόημα στην ύπαρξή μου. Ζω για να γράφω. Και γράφω για να ζω. Και δεν έχει καμιά σημασία αν στη συνέχεια θα τυπώνονται τα βιβλία μου. Σημασία έχει να αγαπώ. Και να γράφω.
ℹ️ Σήμερα 6/11 στις 18.00 Καφέ-μπαρ Eden / Θεσσαλονίκη, Καλαποθάκη 9 & Κομνηνών. Θα μιλήσει η δημοσιογράφος Βίκυ Χαρισοπούλου. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσουν οι: Αικατερίνη Γεωργιάδου, δικηγόρος, Δημήτρης Τσιλινίκος, ηθοποιός. Θα ακουστεί το ομώνυμο τραγούδι («Απάλλαξέ με») που συνοδεύει την έκδοση, σε μουσική Γ. Λεονταρίτη, στίχους Μ. Κατσαρού, με την ερμηνεία της Μ. Ευστρατίου.
