Ράπισμα από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας (IFATCA) για το σχέδιο της κυβέρνησης Μητσοτάκη να εγκαταστήσει σύστημα «τηλεχειριζόμενων» Πύργων Ελέγχου στα αεροδρόμια που διαχειρίζεται η Fraport, την ώρα που καταγράφονται σημαντικές ελλείψεις σε βασικές λειτουργίες επιτήρησης τόσο στο έδαφος όσο και στον εθνικό εναέριο χώρο.
Το σχέδιο για τους τηλεχειριζόμενους εικονικούς Πύργους Ελέγχου (Remote Virtual Towers-RVT) συζητιέται εδώ και μήνες και το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών υπό τον Κ. Καραμανλή που είχε αναθέσει την εκπόνηση σχετικής μελέτης λίγο πριν από το δυστύχημα των Τεμπών τον Φεβρουάριο του 2023. Το βασικό του σκεπτικό είναι ότι στην Ελλάδα λόγω της νησιωτικότητας υπάρχουν πολλά και μικρά αεροδρόμια στα οποία κρίσιμες υποδομές, όπως ο Πύργος Ελέγχου, είναι πεπαλαιωμένες.
Ετσι, αντί να γίνουν επενδύσεις για την αναβάθμισή τους, συζητείται να τοποθετηθούν ειδικές διατάξεις σε κάθε αεροδρόμιο (κάμερες, τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις, πληροφοριακά συστήματα κ.λπ.) και η ρύθμιση της κυκλοφορίας να γίνεται από ένα Κέντρο Ελέγχου που θα βρίσκεται κάπου στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Μείωση κόστους
Προφανής στόχος είναι να μην υπάρχει προσωπικό 24ωρης βάρδιας σε κάθε αεροδρόμιο, αλλά όλες οι εργασίες να γίνονται εξ αποστάσεως από το Κέντρο όπου, θεωρητικά, θα φτάνει αδιάλειπτα ήχος και εικόνα. Τέτοια συστήματα λειτουργούν πιλοτικά ή κανονικά σε κάποια αεροδρόμια του εξωτερικού.
Βασικός στόχος είναι να μειωθεί το κόστος λειτουργίας τους ώστε τα αεροδρόμια να χρεώνουν μικρότερα τέλη εξυπηρέτησης στις αεροπορικές εταιρείες και εκείνες, με τη σειρά τους, να εκδίδουν φθηνότερα εισιτήρια για τους επιβάτες. Στο βάθος, όλο αυτό το σχήμα εξυπηρετεί και την ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ελέγχου της κυκλοφορίας στο έδαφος και στον αέρα γύρω από τα αεροδρόμια.
Κάπου εδώ, όμως, σταματά η θεωρητική προσέγγιση και τίθενται τα κρίσιμα ερωτήματα για την τρωτότητα αυτών των συστημάτων, τη δυνατότητα υποστήριξης, το κόστος που θα επωμιστεί το Δημόσιο (πάνω από 70 εκατομμύρια ευρώ με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης) για να επωφεληθεί η Fraport. Στην επιστολή της IFATCA, που έχει αποδέκτη τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρήστο Σταϊκούρα αλλά κοινοποιείται και στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, οι αεροελεγκτές επισημαίνουν μεταξύ άλλων ότι:
1. «Το σύστημα Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας σε αυτά τα ελληνικά αεροδρόμια είναι επί του παρόντος ξεπερασμένο, όχι βέλτιστα λειτουργικό, και ως επί το πλείστον δεν είναι κατάλληλο για έντονη καλοκαιρινή ζήτηση κυκλοφορίας. Μόνο χάρη στις άοκνες προσπάθειες των Ελλήνων Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας και του αφοσιωμένου προσωπικού εδάφους μπορεί και λειτουργεί παρά την έλλειψη κάποιας σύγχρονης υποδομής σε έδαφος και αέρα».
Υπενθυμίζεται ότι η Fraport διαχειρίζεται προς το παρόν τα αεροδρόμια Θεσσαλονίκης, Ρόδου, Κέρκυρας, Κεφαλονιάς, Ζακύνθου, Καβάλας, Μυκόνου, Μυτιλήνης, Χανίων, Σάμου, Θήρας, Σκιάθου και Ακτίου. Η ελληνική κυβέρνηση συζητά την παραχώρηση ακόμη 22 αεροδρομίων ανά την χώρα, δηλαδή σχεδόν όλων πλην εκείνου της Αθήνας που είναι επίσης παραχωρημένο.
2. «Ο εκσυγχρονισμός του ανεπαρκούς συστήματος θα είναι επωφελής», ωστόσο η IFATCA εφιστά προσοχή στην αντικατάσταση της επιτόπιας υπηρεσίας με παροχή εξ αποστάσεως ως «πανάκεια» για την επίλυση των προβλημάτων. Επικαλούμενοι τη διεθνή εμπειρία, οι αεροελεγκτές τονίζουν ότι «πριν από τη μετάβαση σε σύστημα Remote Towers, οι περισσότεροι πάροχοι υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας επένδυσαν σημαντικά στη συνολική επίγεια υποδομή, έχουν ενοποιήσει τα βασικά συστήματα, έχουν ψηφιοποιήσει τα συστήματα διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας, έτρεξαν δοκιμές και σκιώδεις λειτουργίες». Αντιθέτως στην Ελλάδα, «το υπάρχον σύστημα δεν είναι κατάλληλο για τον σκοπό και δεν θα μπορεί να αντεπεξέλθει σε λειτουργία εξ αποστάσεως χωρίς προηγούμενη πιστοποίηση».
3. «Χρειάζεται συνολική αναβάθμιση των υπηρεσιών εδάφους, συνδέσεις με μετάδοση οπτικών ινών σε υψηλό εύρος ζώνης μεταξύ όλων των σχετικών μονάδων (νησιά – ηπειρωτική χώρα) και δημιουργία επιχειρησιακών εννοιών που θα περιλαμβάνουν την επαναφορά, λειτουργίες έκτακτης ανάγκης και υποβαθμισμένης λειτουργίας». Στα αεροδρόμια της Fraport, σήμερα, οι περισσότερες συνδέσεις είναι αναλογικές, ενώ συχνά δεν λειτουργούν καν τα απλά τηλέφωνα.
4. «Μπορεί επίσης να χρειαστεί να ληφθεί υπόψη η γεωγραφική στρατηγική θέση ορισμένων αεροδρομίων αναφορικά με την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα στον κυβερνοχώρο και τη διαθεσιμότητα αεροδρομίων σε περίπτωση στρατιωτικής κρίσης, για παράδειγμα στην περιοχή του Αιγαίου», επισημαίνει με νόημα η IFATCA και συνεχίζει με ένα δεδομένο που αποκάλυψε η πρόσφατη κρίση στο Ισραήλ:
«Είδαμε πρόσφατα στο Ισραήλ πώς μια τρομοκρατική ομάδα, χρησιμοποιώντας μικρά εμπορικά drones και εκρηκτικά, κατάφερε να καταστρέψει όλες τις κάμερες και τις κεραίες σε 60 διαφορετικές τοποθεσίες, σχεδόν ταυτόχρονα, και να καταστήσει ένα υπερσύγχρονο ηλεκτρονικό σύστημα επιτήρησης εντελώς διαπερατό».
Τα «μαθήματα» από τα όσα συνέβησαν στο Ισραήλ «θα πρέπει να εγείρουν ερωτήματα ασφαλείας ως προς την πλήρη εξάρτηση από ηλεκτρονικά μέσα σε κρίσιμα για την ασφάλεια καθήκοντα, όπως είναι οι απομακρυσμένες λειτουργίες Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας, σε ορισμένες ευαίσθητες ελληνικές περιοχές», τονίζει η IFATCA.
5. Με βάση τη διεθνή της εμπειρία, η IFATCA εφιστά την προσοχή της ελληνικής κυβέρνησης και σε ένα ακόμη ζήτημα: «Η απομάκρυνση εξαιρετικά εξειδικευμένου και ευκατάστατου προσωπικού από τα νησιά μπορεί να έχει κοινωνικο-πολιτισμικό αντίκτυπο στην οικονομία τους και αυτό θα πρέπει να αποτελεί επίσης μέρος της συνολικής εκτίμησης κινδύνου, από πολιτική και κοινοτική σκοπιά».
Τέλος η IFATCA ζητά να θέσει ερωτήματα για το «υποκείμενο κίνητρο» που οδηγεί την ελληνική κυβέρνηση «να ξοδέψει σημαντικό χρόνο, προσπάθεια και κεφάλαια σε κάτι τέτοιο, ενώ για δεκαετίες έως και σήμερα, οι βασικές επίγειες υποδομές παραμένουν ξεπερασμένες και δεν αναβαθμίστηκαν», επικαλούμενη την έλλειψη νέων τροχιοδρόμων στα νησιωτικά αεροδρόμια, τις ελλείψεις σε συστήματα προσέγγισης-ραντάρ και άλλες προβληματικές υποδομές που «περιορίζουν τη χωρητικότητα λόγω έλλειψης επενδύσεων».
