ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώτα Τέσση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης βρίσκεται για επεξεργασία το νομοσχέδιο για την πρόληψη διάδοσης του τρομοκρατικού περιεχομένου στο διαδίκτυο, με το οποίο καλείται η χώρα μας να πάρει μέτρα προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στον Κανονισμό 2021/784 της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ο Κανονισμός ξεκίνησε ως πρωτοβουλία της Κομισιόν το 2018 και την εξέλιξή του επηρέασε η τρομοκρατική επίθεση που έγινε σε τζαμί στο Κράιστσερτς της Νέας Ζηλανδίας το 2019, καθώς έγινε σε ζωντανή μετάδοση. Υιοθετήθηκε το 2021, όταν η ομάδα της Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο τον καταψήφισε επειδή, παρότι είχε κάποια θετικά στοιχεία, δεν εξασφάλιζε κατάλληλες εγγυήσεις για την ελευθερία της έκφρασης, ενώ κρίθηκε ασφυκτικό και το χρονικό όριο της μίας ώρας που δίνει ο Κανονισμός (άρθρο 12) στους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας διαδικτύου για να αφαιρέσουν το περιεχόμενο από το διαδίκτυο, χρόνος που θεωρήθηκε ότι δεν επιτρέπει ουσιαστική διερεύνηση του επίμαχου υλικού.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, αρμόδια να αφαιρεί το περιεχόμενο (που κρίνεται τρομοκρατικό) από ιστότοπους είναι κατ’ αρχήν η εισαγγελική αρχή, η οποία δίνει σχετική εντολή στους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας να προβούν εντός μίας ώρας στην αφαίρεση του υλικού από ιστοσελίδες ή μέσα κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twitter κ.λπ.). Αρμόδια καθίσταται και η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) για τη λήψη «ειδικών μέτρων» αλλά και για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Το άρθρο 13 του Κανονισμού αναφέρει ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους «κατά τρόπο αντικειμενικό, αμερόληπτο και με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων» αλλά επιπλέον «δεν ζητούν, ούτε λαμβάνουν οδηγίες από άλλον φορέα». Θα μπορέσουν άραγε αυτές οι Αρχές να διατηρήσουν την αναγκαία απόσταση από την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία (που αναλαμβάνει επίσης ρόλο) και την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ);

Η ΕΥΠ

Συγκεκριμένα το άρθρο 7 του Κανονισμού αναθέτει ειδικό ρόλο στην ΕΥΠ ως «σημείο επαφής» των εθνικών αρχών έκδοσης εντολών αφαίρεσης τρομοκρατικού περιεχομένου ή ως οργάνου που συνδράμει τον εισαγγελικό λειτουργό (άρθρο 6 του νομοσχεδίου). Με την ΕΥΠ να βρίσκεται υπό την εποπτεία του μεγάρου Μαξίμου και να έχει ενεργό ρόλο στην υπόθεση των υποκλοπών, για την οποία έχει εκτεθεί ανεπανόρθωτα η κυβέρνηση, το ερώτημα που δημιουργείται είναι ποια εμπιστοσύνη μπορεί να απολαμβάνει ως εθνική υπηρεσία όταν έχει αποδειχτεί ότι λειτουργεί ως υπηρεσία του «Μεγάλου Αδελφού» που έχει στήσει ο Κ. Μητσοτάκης. Πώς θα διασφαλιστεί η προστασία ανθρώπινων δικαιωμάτων από θεσμούς που υπάγονται στον πρωθυπουργό ή από ανεξάρτητες αρχές που έχει καταστρατηγηθεί η αυτονομία τους;

Αλλωστε δεν φαίνεται να είναι τυχαία η χρονική συγκυρία που η κυβέρνηση αποφάσισε να φέρει στη Βουλή το νομοσχέδιο με δεδομένο ότι ο Κανονισμός έπρεπε να ισχύει στη χώρα μας από τον Ιούνιο του 2022, αλλά η κυβέρνηση δεν έσπευσε να τον υιοθετήσει μέχρι την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εισηγήτρια της Ν.Δ. στην Επιτροπή παραδέχτηκε την ειδική συγκυρία και θεώρησε κατάλληλη τη στιγμή.

Λογοκρισία

Κρίσιμο σημείο του νομοσχεδίου αποτελεί η διασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης και πληροφόρησης στο διαδίκτυο και υπάρχουν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα που συνέβησαν πρόσφατα στη χώρα μας. Το ένα αφορά τη σύλληψη 39χρονου Αιγύπτιου στα Χανιά επειδή καλούσε σε βοήθεια για τη Γάζα.

Η δικογραφία που σχηματίστηκε εναντίον του αναφέρει ότι σε αναρτήσεις του σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης προέτρεπε σε πράξεις βίας και διενεργείται προκαταρκτική εξέταση αν έχει παραβιαστεί το άρθρο 187Α (τρομοκρατικές πράξεις).

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Αιγύπτιων στα Χανιά, Ασράφ Καμπάρα, εξηγεί («Αγώνας της Κρήτης») ότι το μήνυμα του διωκόμενου ήταν «μεν για τζιχάντ, όμως εσείς όταν ακούτε τζιχάντ σκέφτεστε πόλεμο, να πάρουμε τα όπλα και να σκοτώνουμε. Αλλά για εμάς τους μουσουλμάνους δεν είναι έτσι. Για εμάς τζιχάντ σημαίνει κυρίως όταν κάποιος αδικείται, όταν βρίσκεται σε δυσκολία και πρέπει να τον βοηθάς, να τον υποστηρίζεις, με φαγητό, με φάρμακα, με όποιον τρόπο γίνεται. Δεν εννοούσε να βγάλουμε τα όπλα και να πάμε να σκοτώνουμε. Τζιχάντ αποτελεί ένα κάλεσμα προς τις αραβικές χώρες να βοηθήσουν τους Παλαιστίνιους». Το περιστατικό αυτό επικαλέστηκε η εισηγήτρια της Ν.Δ. στην Επιτροπή, χαρακτηρίζοντάς το ως ένα φοβερό γεγονός που πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Το δεύτερο περιστατικό αφορά τη σύλληψη Παλαιστίνιου επειδή ύψωσε τις σημαίες της Ελλάδας και της Παλαιστίνης στο Σύνταγμα. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Γιάννης Οικονόμου, διέψευσε μεν τα ακροδεξιά τρολ που ισχυρίζονταν ότι ο συλληφθείς είχε κατεβάσει την ελληνική σημαία για να υψώσει την παλαιστινιακή, γεγονός που διαψεύδεται και από βιντεοληπτικό υλικό που δείχνει τον συλληφθέντα να ανεβαίνει σε κολόνα και να υψώνει την ελληνική και την παλαιστινιακή σημαία, χωρίς να αγγίζει άλλες δύο ελληνικές σημαίες που υπήρχαν στο σημείο.

Ωστόσο έκρινε ότι η πράξη αυτή δικαιολογούσε τον σχηματισμό ποινικής δικογραφίας, ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης σημείωσε ότι «εφόσον αποδειχθεί οποιαδήποτε τέλεση ποινικού αδικήματος θα συμπαρασύρει και τη διαδικασία του ασύλου». Πέρα από τα αντανακλαστικά της κυβέρνησης για το τι θεωρείται αδίκημα, είναι προφανές ότι η διερεύνηση ανάλογων περιπτώσεων δεν μπορεί να γίνει σε μία ώρα, όπως ορίζει το νομοσχέδιο.