ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσος Σαραντής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

H ανάγκη «μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα» μπορεί τελικά να αναγνωρίστηκε ύστερα από σχεδόν τρεις δεκαετίες συνομιλιών για το κλίμα στην 28η Διάσκεψη για το Κλίμα (COP28), οι εργασίες της οποίας έληξαν την περασμένη εβδομάδα στο Ντουμπάι, αλλά στην τελική συμφωνία που προέκυψε δεν υπάρχει σαφής υποχρέωση ή κάποιο στενό χρονοδιάγραμμα για να επιτευχθεί αυτό, ενώ υπάρχουν πολλά κενά σε ό,τι αφορά τη μορφή των «καυσίμων μετάβασης» για τα οποία γίνεται λόγος και τις νύξεις για τεχνολογίες δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα.

Το τέλος των ορυκτών καυσίμων δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα και, ίσως παραδόξως, αυτή ήταν η πρώτη COP που αναγνώρισε επίσημα ότι τα ορυκτά καύσιμα είναι η βασική αιτία της κλιματικής αλλαγής. Οι περισσότερες χώρες ήθελαν μια ισχυρή συμφωνία σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση ή, τουλάχιστον, τη σταδιακή μείωση των ορυκτών καυσίμων. Αντίθετα, οι χώρες συμφώνησαν σε μια δήλωση που αναφέρει ότι πρέπει «να απομακρυνθούμε από τα ορυκτά καύσιμα στα ενεργειακά συστήματα, με δίκαιο, τακτικό και ισότιμο τρόπο, επιταχύνοντας τη δράση αυτή την κρίσιμη δεκαετία».

Αυτή η γλώσσα –μια «μετάβαση προς την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων» και όχι μια πλήρης «σταδιακή κατάργηση»– δεν είναι τόσο δυνατή όσο πολλοί ήθελαν. Οπως το έθεσε μια δήλωση που έγινε από τη Σαμόα εκ μέρους της Συμμαχίας Μικρών Νησιωτικών Κρατών, αυτές οι αποφάσεις αποτελούν «μια σταδιακή πρόοδο σε σχέση με τις συνήθεις δραστηριότητες», όταν αυτό που χρειάζεται είναι μια «ριζική αλλαγή» για να διατηρηθεί η άνοδος της θερμοκρασίας στον 1,5 βαθμό Κελσίου.

Θεωρητικά, η συμφωνία προαναγγέλλει το τέλος της εποχής των ορυκτών καυσίμων, αλλά προσφέρει σκόπιμα ένα κενό στις χώρες και τις εταιρείες να «μειώσουν» τη χρήση τους χρησιμοποιώντας τη δέσμευση και την αποθήκευση άνθρακα. Κάτι τέτοιο δικαιολογεί τη συνεχιζόμενη καύση πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Οι «απώλειες και ζημιές» είναι ο όρος που δίνεται για τη χρηματοδότηση των αναπτυσσόμενων χωρών που έχουν υποστεί μια μεγάλη καταστροφή που σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή. Στην COP27 το 2022 συμφωνήθηκε η δημιουργία ενός ταμείου γι’ αυτό τον σκοπό και απ’ ό,τι έγινε γνωστό έχουν πλέον δεσμευτεί 700 εκατομμύρια δολάρια. Αν και αυτό ακούγεται ως ευπρόσδεκτο νέο, είναι μια σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με τα 400 δισεκατομμύρια δολάρια που πραγματικά χρειάζονται.

Είναι επίσης ασήμαντο σε σύγκριση, για παράδειγμα, με το εκτιμώμενο κόστος των 7 δισ. δολαρίων που στοίχισε η κατασκευή του χώρου «COP28 Dubai Expo City» που φιλοξένησε τη διάσκεψη.

Δεν είναι ακόμη σαφές πώς θα λειτουργήσει το ταμείο, ποιες θα είναι οι κύριες ροές χρηματοδότησης και ποια η κατανομή τους. Και παρά τις διαφωνίες, έχει συμφωνηθεί ότι η Παγκόσμια Τράπεζα θα διαχειρίζεται το ταμείο έναντι αμοιβής 24% κατόπιν διαπραγμάτευσης – που σημαίνει ότι ένα στα τέσσερα δολάρια που δεσμεύονται δεν θα φτάσει ποτέ στις χώρες που έχουν ανάγκη. Επομένως, συνολικά, αυτή η σύνοδος κορυφής δεν απέδωσε στο ζήτημα της χρηματοδότησης για το κλίμα και αυτό το βασικό ζήτημα έχει ωθηθεί για τις συνομιλίες στην COP29 τον Νοέμβριο του 2024.

Tα «μεταβατικά καύσιμα»

Αξίζει να σημειωθεί ότι το κείμενο της συμφωνίας αναγνωρίζει τον ρόλο που θα έχουν τα «μεταβατικά καύσιμα» στη διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειας επί του παρόντος. Αυτό καθιστά αποδεκτή τη χρήση υγροποιημένου αερίου που βλάπτει το κλίμα. Στο περιθώριο της COP28, το πράσινο υδρογόνο είχε την τιμητική του. Παραγόμενο μέσω μιας διαδικασίας που διασπά το νερό χρησιμοποιώντας ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από αιολική ή ηλιακή ενέργεια, οι βιομηχανίες δεσμεύτηκαν να αυξήσουν τα καύσιμα μηδενικών εκπομπών που προέρχονται από το υδρογόνο με βάση τις ανανεώσιμες πηγές σε 11 εκατομμύρια τόνους έως το 2030.

Εξάλλου, πάνω από 50 εθνικές και πολυεθνικές εταιρείες πετρελαίου, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% της παγκόσμιας παραγωγής, υπέγραψαν χάρτη απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές. Η πρωτοβουλία θέτει τρεις κύριους στόχους: την επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών στις άμεσες δραστηριότητες κάθε εταιρείας (σε αντίθεση με τη χρήση των προϊόντων της) έως ή πριν από το 2050, την επίτευξη σχεδόν μηδενικής διαρροής μεθανίου από την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου έως το 2030, και την επίτευξη μηδενικής καύσης αερίων στους πυρσούς των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων έως το 2030.

Οι δύο τελευταίες δεσμεύσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς το μεθάνιο είναι ένα πολύ ισχυρό (αλλά βραχύβιο) αέριο θερμοκηπίου και το ένα τέταρτο όλων των ανθρωπογενών εκπομπών μεθανίου προέρχεται από την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αλλά και πάλι, το 60% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν δεσμεύεται από αυτή τη συμφωνία. Αυτές οι εταιρείες θα συνεχίσουν να εξοικονομούν χρήματα με εξαέρωση μεθανίου και καύση φυσικού αερίου.

Τέλος, οι εταιρείες αιολικών και φωτοβολταϊκών φαίνεται να βγαίνουν κερδισμένες, αφού οι κυβερνήσεις υποσχέθηκαν να τριπλασιάσουν την παγκόσμια παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως το 2030. Αυτό φαινομενικά αποσκοπεί στη μείωση του μεριδίου των ορυκτών καυσίμων στην παγκόσμια παραγωγή ενέργειας, αλλά μέχρι στιγμής οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν προστεθεί στο πετρέλαιο, τον άνθρακα και το φυσικό αέριο, αντί να τα αντικαθιστούν.

Τι ακολουθεί λοιπόν; Αλλος ένας χρόνος διαπραγματεύσεων, με την επόμενη COP29 να πραγματοποιείται στο Αζερμπαϊτζάν, μια άλλη μεγάλη χώρα παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, με κακή ιστορία στα ανθρώπινα δικαιώματα, που επηρεάζεται έντονα από τη Ρωσία.