Η πολιτιστική διαχείριση είναι ένας -σχετικά- νέος, υβριδικός, επιστημονικός κλάδος, που αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνουμε για το παρόν και το μέλλον υλικών και άυλων πολιτιστικών αγαθών, είτε αυτά είναι αρχαιότητες, ιστορικά κτίρια, πολιτιστικά τοπία κ.λπ. (cultural heritage management) είτε στοιχεία νεότερου πολιτισμού (arts/cultural management), όπως λαογραφικές συλλογές, παραδοσιακά τραγούδια, πολιτιστικά φεστιβάλ κ.λπ.
Η σκοπιά της πολιτιστικής διαχείρισης είναι τόσο πρακτική όσο και θεωρητική. Μελετάμε την ιστορικότητα και την παρουσία των πολιτιστικών διαδικασιών και αγαθών στο παρόν αλλά και σχεδιάζουμε δράσεις συντήρησης, προστασίας, ανάδειξης, προώθησής τους. Συνθετικά μέρη του πεδίου μπορούν να θεωρηθούν, για παράδειγμα, η πολιτιστική και τουριστική πολιτική της χώρας, το εθνικό και το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο, η οργανωσιακή ιστορία, οι θέσεις και οι πράξεις των φορέων διαχείρισης στο εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, όπως και οι σχετικές μελέτες και προβληματισμοί από επιστημονικά πεδία – δορυφόρους: της αρχαιολογίας, της (αρχιτεκτονικής) ιστορίας και της ιστορίας της τέχνης, της λαογραφίας, της μουσειολογίας, των τουριστικών σπουδών, των πολιτισμικών σπουδών, των οικονομικών του πολιτισμού, της διοίκησης κ.ά. Τα πεδία αυτά φυσικά δεν υποκαθίστανται αλλά συνομιλούν με την πολιτιστική διαχείριση.
Στην Ελλάδα η πολιτιστική διαχείριση διδάσκεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 με έμφαση στην πολιτιστική κληρονομιά, αλλά εκτεταμένη βιβλιογραφία για το πεδίο υφίσταται ήδη από τη δεκαετία του 1970 σε Ευρώπη και Αμερική.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν ολοκλήρωνα την (πρώτη ίσως) σχετική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπήρχε διάχυτη μια φοβία: Το χρειαζόμαστε αυτό το πεδίο; Οι αρχαιολόγοι / οι ιστορικοί / οι καλλιτέχνες… δεν τα καλύπτουν ήδη αυτά; Βάζουμε τώρα μάνατζερς να εμπορευματικοποιήσουν τα μνημεία / τον πολιτισμό; Είναι αυτό το τέλος των ανθρωπιστικών σπουδών;
Μια δεκαετία μετά, αυτή η ανέξοδη κριτική έχει σχεδόν παύσει, με την «Κρίση» (2009-2018) αλλά και εσχάτως (2020-2022) τη συνθήκη της COVID-19 να καταυγάζει τη σημασία του πεδίου στην Ελλάδα, ειδικά σε σχέση με τις αυξανόμενες απαιτήσεις για συστηματική χρηματοδότηση, προώθηση και προστασία των πολιτιστικών αγαθών, αλλά και των επαγγελματιών του πολιτισμού. Η Εταιρεία Συμβούλων Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, ένα μη κερδοσκοπικό πολιτιστικό σωματείο, έκλεισε φέτος τα δέκα έτη της, ολοκληρώνοντας πριν από λίγες μέρες τις εργασίες του έκτου συνεδρίου της, με την παρουσίαση μιας εκτεταμένης έρευνας για τα εργασιακά και τα εκπαιδευτικά της διαχείρισης πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα (δες σχετικά: http://esdiapok.blogspot.com).
Κουβεντιάζουμε όλα αυτά με αφορμή το άρθρο του -εξαιρετικού- καθηγητή Βασίλη Νιτσιάκου και του άρθρου του στην έντυπη «Εφ.Συν.» (13.11.2023) «Περί της “διαχείρισης του πολιτισμού”», όπου το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι αν «μπορεί… ο πολιτισμός να είναι αντικείμενο διαχείρισης»;
Δίνω μια σύντομη απάντηση: Ναι, μπορεί.
Και αυτό δεν έχει μόνο να κάνει με την παραπάνω περιγραφή, τη συγκρότηση του πεδίου στην Ελλάδα, τα πάνω από 80 διδακτορικά με ελληνικό ενδιαφέρον, τα αναρίθμητα ακαδημαϊκά άρθρα ή το πλήθος των συναδέλφων που έχουν μελετήσει κάποιο από τα περίπου 300 πανεπιστημιακά μαθήματα στην Ελλάδα με έμφαση στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τη μουσειολογία.
Δεν έχει βέβαια να κάνει και με οποιαδήποτε παλιακή συζήτηση περί του περιεχομένου των όρων «πολιτισμός» και «κουλτούρα». όσο και αν αγαπάμε τον Raymond Williams, τον Terry Eagleton ή τον Pierre Bourdieu, η αόριστη κουβέντα περί πολιτισμικού φαινομένου είναι πολύ μακριά από τις θεωρητικές και εμπράγματες ανάγκες του σήμερα, και αρμόζουσα για ασκήσεις ή ατελεύτητες διαφωνίες ειδικών σε στρογγυλά τραπέζια.
Από αυτά που στοχάζομαι, η πολιτιστική διαχείριση, έχει να κάνει με την προστασία μνημείων από καταστροφικές μικροπολιτικές, από τον υπερτουρισμό και τις ασύμβατες χρήσεις, από φαραωνικές τσιμεντένιες αποκαταστάσεις, από τεμαχισμούς και μεταφορές που καθυστερούν στην ουσία δημόσια έργα, από την αποκοπή των δημόσιων μουσείων από τον κορμό της Aρχαιολογικής Yπηρεσίας, από τη δωρεά των πολιτιστικών υπηρεσιών σε ημετέρους. Eχει να κάνει με την προάσπιση των υποβαθμισμένων πτυχίων των εργατών του πολιτισμού, με την ανάγκη μιας ξεκάθαρης στρατηγικής για το βιβλίο, το θέατρο, τη μουσική, τον χορό, τον κινηματογράφο, με την ανάγκη των πολιτιστικών αγαθών να μιλάνε τη γλώσσα των πολλών, τη γλώσσα της κοινωνικής δικαιοσύνης στο σήμερα.
*Ερευνητής Α’, Centre for Landscape, Newcastle University Τακτικό Μέλος Εταιρείας Συμβούλων Διαχείρισης Πολιτιστικής Κληρονομιάς
