Είναι αλήθεια πως οι ταινίες συχνά αντικατοπτρίζουν τις προσωπικότητες των δημιουργών τους. Ο 44χρονος Τζεφ Νίκολς είναι γνωστός για την ποιητική και ακόμα περισσότερο συναισθηματική του προσέγγιση σε ιστορίες με βίαιο περιεχόμενο, όπως ήταν οι Shotgun Stories (2007), Mud (2012), Loving (2016) και, φέτος, The Bikeriders. Είναι επίσης γνωστός για την αυθεντικότητα που προσδίδει σε αφηγήματα του Αμερικανικού Νότου αφού και ο ίδιος κατάγεται από το Αρκάνσας. Ενώ τo τελευταίο του έργο, που τώρα διαγωνίζεται για τα υψηλότερα βραβεία, πραγματεύεται τη ζωή των Chicago Outlaws (Vandals στην ταινία), ένα από τα μεγαλύτερα κλαμπ μοτοσικλετιστών στον κόσμο τη δεκαετία του ‘60 στο Σικάγο, το ύφος δε διαφέρει πολύ από αυτό των προηγούμενων ταινιών του, εμπλουτισμένο με μια αισθητική, όπως πάντα, μάλλον ρομαντική.
Ούτε φυσικά είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι καταστάσεις και οι χαρακτήρες είναι εμπνευσμένα από το ομώνυμο φωτογραφικό βιβλίο του Ντάνι Λάιον, δηλαδή από μια αισθητική κατά βάση προέλευση. «Το 2003 ήμουν νεότερος» είπε ο σκηνοθέτης, προκαλώντας γέλια στο κοινό μιας ειδικής προβολής της ταινίας στο Σωματείο Σκηνοθετών του Λος Άντζελες, όπου παρευρέθηκε με μέλη του συνεργείου του. «Τότε βρήκα στο σπίτι του αδελφού μου το βιβλίο του Ντάνι Λάιον… και με έπιασε μανία. Για να το πω απλά, αυτές ήταν ανάμεσα στις πιο όμορφες εικόνες που είχα δει ποτέ. Έγινε στόχος μου να μεταφέρω στον θεατή την ίδια αίσθηση που είχα κι εγώ ανακαλύπτοντάς τες».
Το σενάριο χτίστηκε έξυπνα από τον ίδιο τον Νίκολς από την οπτική γωνία της Κάθι (Τζόντι Κόμερ), της γυναίκας του πανέμορφου μοτοσικλετιστή Μπένι (Όστιν Μπάτλερ), καθώς της παίρνει συνέντευξη ο νεαρός δημοσιογράφος στον χαρακτήρα του Ντάνι Λάιον (Μάικ Φέιστ)). Mε το τέχνασμα αυτό ο σκηνοθέτης καταφέρνει να διατηρήσει μια απόσταση από το θέμα του, παρασύροντας έτσι το κοινό σε μια αίσθηση δέους και λατρείας για ό,τι εκπροσωπούσαν οι πρώτοι Αμερικανοί αντάρτες της ασφάλτου: επαναστατικότητα, κίνδυνο, ελευθερία. Και η ομορφιά που συνεπάγεται από όλα τα άλλα. Μάλιστα ο κεραυνοβόλος έρωτας της Κάθι, η οποία γνωρίζει τον Μπένι τυχαία σε ένα μπαρ της γειτονιάς, αντισταθμίζει το εν δυνάμει μελόδραμα που θα λειτουργούσε αρνητικά για την ταινία αν δεν παρουσιαζόταν με την αθωότητα και το χιούμορ της ίδιας.
Η επιλογή του Νίκολς να αναπτύξει το σενάριο με βασικό άξονα την Κάθι ήρθε φυσικά, αφού αυτή ξεχώριζε σε όλες τις συνεντεύξεις του Λάιον. «Με καταγοήτευσε. Πότε έκανε αυτοκριτική εμβαθύνοντας στο αντικείμενο, πότε εξέφραζε εντελώς λανθασμένες απόψεις… Την είδα σαν έναν πολυσύνθετο άνθρωπο που ήταν παγιδευμένος μέσα στην κατάσταση αυτή. Πιστεύω ότι, όπως όλους μας, την είχε γοητεύσει ο κίνδυνος της ζωής των μηχανόβιων, παρόλο που συνειδητοποιούσε τι σήμαινε αυτό… Απλά την ερωτεύτηκα… Και όταν μίλησα με την Τζόντι Κόμερ για πρώτη φορά, κατάλαβα ότι ήθελε να ζωντανέψει την Κάθι με τον ίδιο τρόπο που φανταζόμουν κι εγώ… Δε βλέπω τους χαρακτήρες των έργων μου σαν κομμάτια της σκακιέρας. Νιώθω συμπάθεια γι’ αυτούς».
Με τη δομή της συνέντευξης ωστόσο, η ταινία αδυνατεί να εμβαθύνει στους χαρακτήρες και στην ιστορία. Η πλοκή της ταινίας είναι απλή, χωρίς μεγάλες εκπλήξεις. Ο αρχηγός του κλαμπ, ο Τζόνι (Τομ Χάρντι), μαζί με το πρωτοπαλίκαρό του, τον Μπένι, εμπνέουν αφοσίωση στους υπόλοιπους, εκ των οποίων όλοι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τις ανέσεις της καθημερινότητας για τους κινδύνους μιας ζωής απρόβλεπτης και ηρωικής. Βέβαια, «ηρωική» η ζωή τους θεωρείται μόνο από τους ίδιους και τους οπαδούς τους. Οι υπόλοιποι τους βλέπουν σαν μια ενόχληση και απειλή. Το περιθώριο, παρότι ελκυστικό, είναι πάντα μονόδρομος. Η χαρά των Vandals τελικά αντικαθίσταται από τον ανταγωνισμό τους με άλλα νεοσύστατα κλαμπ, ο ανταγωνισμός αντικαθίσταται από τη βία και πάει λέγοντας. «Ήξερα πως ήθελα να δείξω την εξέλιξη του κλαμπ, από το τέλος της δεκαετίας του ‘50 ως την αρχή της δεκαετίας του ‘70, από ένα τοπικό κλαμπ σε μια πιο μεγάλη, βίαιη μορφή. Η δουλειά μου ήταν να ανακαλύψω την πλοκή και τις δυναμικές των χαρακτήρων,» είπε ο σκηνοθέτης.
«Από μόνες τους οι φωτογραφίες έχουν τη δύναμη να σε εμπνεύσουν, αλλά όταν τις συνδέεις με τον τύπο της τότε νέας δημοσιογραφίας (του Λάιον), δημιουργείται μια πλήρης εικόνα για την υποκουλτούρα των μοτοσικλετιστών», πρόσθεσε ο Νίκολς. Πάνω σε αυτό το υπόστρωμα, έχτισε και το τρίγωνο αγάπης ανάμεσα στους τρεις πρωταγωνιστές –την Κάθι, τον Τζόνι και τον Μπένι–, όπου οι δύο πρώτοι παλεύουν για την εύνοια του τρίτου. Ωστόσο, λίγο-πολύ, ο σκηνοθέτης παραδέχτηκε ότι η πλοκή, το στόρι, οι χαρακτήρες ήταν απλά απαραίτητα συστατικά ώστε να πάρει πνοή ο κόσμος των Vandals στις καρδιές των θεατών.
«Ένα μεγάλο μέρος μιας υποκουλτούρας έχει να κάνει με την εμφάνιση και το στιλ», σημείωσε. «Εμένα, για παράδειγμα, μου άρεσε η σκηνή του πανκ-ροκ στα μέσα δεκαετίας του ‘90 στο Αρκάνσας. Τα παιδιά αυτά έμοιαζαν να έχουν βγει μέσα από υπονόμους, αλλά αν τα πρόσεχες καλύτερα, παρατηρούσες ότι όλα ήταν σχεδιασμένα – ο τρόπος που φορούσαν τα τζιν τους, τα μαλλιά τους… Με τον ίδιο τρόπο, όπως μας υποδείκνυαν οι φωτογραφίες (του Λάιον), οι ενδυμασίες στην ταινία έπαιξαν μεγάλο ρόλο. Εκεί άρχισε η δουλειά της Έριν Μπενάχ».
«Ο Τζεφ (Νίκολς) είχε πάντα την ικανότητα να μου δίνει να καταλάβω την ουσία ενός χαρακτήρα», είπε η ενδυματολόγος Μπενάχ, με την οποία ο Νίκολς έχει συνεργαστεί σε ακόμα δύο ταινίες του. «Δεν χρειάστηκε να σταθούμε στις λεπτομέρειες της δουλειάς μου, αλλά στις προσωπικότητες των χαρακτήρων. Από αυτή την άποψη, η δουλειά μου ήταν εύκολη…». Αφού γέλασε περιπαικτικά ο Νίκολς με την ιδέα ότι η δουλειά της Μπενάχ ήταν πραγματικά εύκολη, πρόσθεσε πως αυτό που επιθυμούσε να μεταφέρει, έστω και με ένα πλάνο μόνο, ήταν η πυκνότητα του χρώματος και της υφής της εικόνας: «Έπρεπε να δώσει σημασία στην κάθε λεπτομέρεια, από τη βρόμα στα νύχια (των Vandals) ως τον τρόπο που μπαλώνουν τα ρούχα τους… Τα κοστούμια της Μπενάχ δεν είναι τίποτα λιγότερο από καλλιτεχνήματα».
Ο σκηνοθέτης αναζήτησε επίσης τις ακουστικές ιδιαιτερότητες της ιστορίας του. Όπως είπε ο μοντέρ ήχου, Γουίλ Φάιλς, με τον οποίο ο Νίκολς συνεργάζεται από την αρχή της καριέρας του: «Όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε 40 Harley Davidson μηχανές του 1960, νιώθεις κάτι δυνατό. Και ήταν ανάγκη να βρούμε τρόπο να μεταφέρουμε αυτή την αίσθηση στην ταινία». Η μεγαλύτερη πρόκληση, πρόσθεσε ο Φάιλς, ήταν η αναπαραγωγή της αυθεντικότητας του ηχητικού τοπίου. Το κλειδί για όλη την ταινία έδωσε η σκηνή όπου η Κάθι ανεβαίνει στη μηχανή του Μπένι για πρώτη φορά, περιτριγυρισμένη από τους άλλους. «Αυτή ήταν η στιγμή που η Κάθι ερωτεύεται, όχι μόνο τον Μπένι, αλλά και ολόκληρη την κουλτούρα των μηχανόβιων. Παρόλο που η σκηνή είχε να κάνει με τον ήχο 20 μηχανών που μουγκρίζουν γύρω της, στην ουσία διέπεται από τρυφερότητα… Ο σχεδιασμός του ήχου και το μιξάζ μοιάζουν με ένα μαγικό τέχνασμα όπου περνάς τη σκυτάλη από τον έναν ήχο στον άλλον χωρίς το κοινό να συνειδητοποιεί τη διαδικασία αυτή. Δεν θέλουμε ο θεατής να μπορεί να διακρίνει τους ήχους, θέλουμε να τον βοηθήσουμε να είναι παρών με τον χαρακτήρα στη σκηνή».
«Η πρώτη ώρα του έργου είναι αρκετά ρομαντική,» παραδέχτηκε ο δημιουργός. «Κι έτσι έπρεπε να γίνει ώστε να προσελκύσουμε το κοινό στον κόσμο των μηχανόβιων. Ωστόσο, ποτέ δεν αψήφησα το γεγονός ότι έκανα μια ταινία ουσιαστικά για τον αμερικανικό ανδρισμό και τις διάφορες εκφάνσεις του, τις οποίες τώρα πια ελπίζω πως ως κοινωνία καταλαβαίνουμε ότι δεν εκπροσωπούν αληθινά τον ανδρισμό και ότι οι άνδρες είναι ελεύθεροι να εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Στο πλαίσιο της ταινίας, η βία δεν είναι παρά η απεγνωσμένη και άναρθρη προσπάθεια αυτών των ανδρών να εκφραστούν. Δεν μου αρέσει η βία και δεν πιστεύω ότι είναι ρομαντική, αλλά αναγνωρίζω πως ήταν αναπόσπαστο μέρος αυτής της υποκουλτούρας».
