Ο αχός του πολέμου στη Γάζα έχει καλύψει τα πάντα και φυσικά όλες τις περιφερειακές πρωτοβουλίες που ήταν σε εξέλιξη στην περιοχή της Μ. Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Το Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου, στην Αθήνα, επαναβεβαίωσε τις σταθερές θέσεις ως προς το Κυπριακό και τις τρέχουσες εξελίξεις στην περιοχή με έμφαση στο ανθρωπιστικό, το προσφυγικό/μεταναστευτικό. Στις 7 Δεκεμβρίου έχει προγραμματιστεί το Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας στη Θεσσαλονίκη, ενώ οι συζητήσεις για αντίστοιχα συμβούλια με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, στις αρχές του νέου έτους, θα εξαρτηθούν από την πορεία των πραγμάτων στην περιοχή.
Ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης με podcast στο Politico και δηλώσεις στη διεθνή διάσκεψη του Παρισιού για τη Γάζα έδωσε το πλαίσιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για το προσεχές μέλλον. Το ίδιο και ο υπουργός Εξωτερικών Γ. Γεραπετρίτης με την υφυπουργό αρμόδια για τα ελληνοτουρκικά Αλ. Παπαδοπούλου, εκφράζοντας αισιοδοξία για τη διατήρηση του moratorium με την Αγκυρα. Τη Δευτέρα θα ανοίξει στην τουρκική πρωτεύουσα ο νέος κύκλος για τα ΜΟΕ, υπό τη διεύθυνση των διπλωματών Κ. Λαλάκη και Μπ. Ακτσαπάρ, και στη συνέχεια αναμένεται η ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων για τη Θεσσαλονίκη και το μήνυμα που θα στείλουν Μητσοτάκης – Ερντογάν.
Στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή
Ο βασικός πολιτικός στόχος για την Αθήνα είναι να μείνουν ανοιχτοί οι κεντρικοί δίαυλοι επικοινωνίας και μέσω των νέων διμερών συμφωνιών να εγκαθιδρυθούν και άλλοι δευτερεύοντες. Επί της αρχής φαίνεται να συμφωνεί και η άλλη πλευρά, όμως, ως προς το μείζον ερώτημα εάν θα υπάρξει μήνυμα πολιτικής συνεργασίας, οι συνθήκες είναι αρνητικές και η συνέχεια αβέβαιη. Το ενδιαφέρον του Τ. Ερντογάν είναι στη Γάζα και καθημερινά ανεβάζει τους τόνους απέναντι στο Ισραήλ και στη Δύση, προβάλλοντας εαυτόν ως βασικό παίκτη στις εξελίξεις, αρχικά στο ανθρωπιστικό σκέλος και στη συνέχεια για το status quo που θα διαμορφωθεί για τη Λωρίδα.
Για την Αθήνα η άσκηση ισορροπιών περνάει από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε., κάτι που είναι εμφανές με τις δηλώσεις για συμμετοχή στα νέα σχέδια ανθρωπιστικής βοήθειας από θαλάσσης, τα οποία αναφέρονται σε μεταγενέστερο χρόνο και υπό την προϋπόθεση ότι θα συναινέσει η ισραηλινή ηγεσία. Μέχρι τότε, η βοήθεια για τη Γάζα θα διέρχεται από τη Ράφα. Η τουρκική πρόταση να μεταφερθεί βοήθεια οδικώς και στο βόρειο μέρος, μέσω Λιβάνου, επίσης για την ώρα μοιάζει ανέφικτη.
Η διπλωματική κινητικότητα της Τουρκίας αναμένεται να κορυφωθεί την Κυριακή στη σύνοδο του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης, στο Ριάντ, όπου συμμετέχουν 57 χώρες και η Τουρκία με το Ιράν. Ο πρόεδρος Τ. Ερντογάν είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον Ιρανό ομόλογό του Ε. Ραϊσί και στη σύνοδο Οικονομικής Συνεργασίας (ECO) των 10 χωρών της κεντρικής Ασίας, στην Τασκένδη. Τα μηνύματα του προέδρου της Τουρκίας ήταν σε συνέχεια εκείνων που έστειλε στον Οργανισμό των Τουρκογενών Κρατών (TDT). Θα προηγηθεί σήμερα η σύνοδος κορυφής του Αραβικού Συνδέσμου.
Στην Ισλαμική Διάσκεψη θα συζητηθούν πολιτικά και οικονομικά μέτρα κατά του Ισραήλ, όπως θέλουν πολλές ισλαμικές χώρες μεταξύ αυτών και η Τουρκία. Στη συνέχεια η τουρκική προεδρία προγραμματίζει για τις 15 Νοεμβρίου στην Αγκυρα συνάντηση συζύγων ηγετών ισλαμικών χωρών, υπό την αιγίδα της Εμινέ Ερντογάν, για ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα. Ο ίδιος ο Τ. Ερντογάν έδωσε το στίγμα λέγοντας ότι «οι χώρες της Δύσης απλώς παρακολουθούν τις σφαγές του Ισραήλ από μακριά».
Ο φόβος νέας «αραβικής άνοιξης»
Το ενδιαφέρον της Αγκυρας να πλασαριστεί στο τραπέζι γύρω από τη Γάζα είναι σαφές, από τις δηλώσεις και τις κινήσεις Ερντογάν. Στις χώρες του αραβικού κόσμου, όμως, αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Αλλωστε είναι νωπός ο αντίκτυπος από την «αραβική άνοιξη» και οι συνέπειες που είχε σε Τυνησία, Λιβύη, Συρία, Υεμένη, Αίγυπτο, αλλά και τις χώρες που δεν πέρασαν ανάλογους κλυδωνισμούς. Εντούτοις η Τουρκία επιστρέφει στο αφήγημα εκείνης της περιόδου και αναβιώνει τη θέση των Αδελφών Μουσουλμάνων για «τα ιερά εδάφη που ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι το 1918».
Η στοίχιση του πολιτικού κόσμου της Αγκυρας στη γραμμή Ερντογάν για τον «νέο αιώνα της Τουρκίας», της στρατηγικής αυτονόμησης και «επέκτασης της επιρροής» της στη διεθνή σκηνή, είναι μία άσκηση που δεν αφορά μόνο την ελληνική διπλωματία, αλλά είναι αναγκασμένη να εξετάζει όλα τα πιθανά και απίθανα σενάρια, παρότι δεν μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις σε αυτή τη φάση. Οι προσπάθειες επικεντρώνονται στο σκέλος της προστασίας των αμάχων, στη θέση αρχής για το Παλαιστινιακό και τη διατήρηση των σχέσεων με το Ισραήλ και τις αραβικές χώρες που βρίσκονταν σε προσέγγιση, Αίγυπτο, ΗΑΕ, Ιορδανία και Σ. Αραβία.
Με τις άλλες αραβικές χώρες ουσιαστικά η Αθήνα περιορίζεται σε μια διπλωματία δι’ αντιπροσώπων, καθώς πέραν των ανοιχτών πολιτικών διαύλων που έχουν με την Αγκυρα, παρασκηνιακά βρίσκονται σε εξέλιξη πυρετώδεις διεργασίες όχι μόνο για το Παλαιστινιακό, αλλά ευρύτερα για όλα τα περιφερειακά ζητήματα που είναι ανοιχτά. Σε κάθε ευκαιρία ο Τ. Ερντογάν κάνει παραινέσεις για υποστήριξη στα Κατεχόμενα, της γραμμής του στον Καύκασο, στη Συρία και σύμπραξη απέναντι στη Δύση.
Για τη Δύση, το ερώτημα όπως διατυπώθηκε στην επιτροπή Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας, εν όψει της επίσκεψης του Τ. Ερντογάν, είναι αν η Τουρκία μπορεί να θεωρείται πύλη ή απειλή για την Ευρώπη. Η ανησυχία εκφράζεται ανοιχτά και χωρίς απάντηση. Σε αυτές τις συνθήκες η Αθήνα περιμένει ότι στη μεθαυριανή επίσκεψη του Κ. Μητσοτάκη στο Βερολίνο θα επιβεβαιωθεί ξεκάθαρα η ταύτιση στις προϋποθέσεις ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή.
